Θέσεις Σημαντικότερα

Θεσμοί & πρόσωπα στην επανάσταση του 1821

 

 

Στα πλαίσια του εορτασμού της επετείου των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821 και την απελευθέρωση της πατρίδας μας από την Τούρκικη τυραννία, καθιερώνουμε τούτη  τη στήλη, προκειμένου να αναλύσουμε θέματα σχετικά με θεσμούς, καταστάσεις, γεγονότα  και πρόσωπα που συνέβαλαν  στην εθνική μας  παλιγγενεσία. Φρονώ ότι τούτο, δεν είναι μόνο ωφέλιμο, αλλά αναγκαίο για να διατηρήσομε την εθνική μας μνήμη.

            Είμαστε  μικρό έθνος, που η μόνη μας βάση για να  στηριχθούμε, στη λαίλαπα της παγκοσμιοποίησης, είναι η ιστορία μας, ο πολιτισμός μας και η γλώσσα μας.

Εάν αυτά τα  αγνοήσουμε και τα απεμπολήσουμε, θα εξαφανιστούμε ως Έθνος, όπως εξαφανίστηκαν τόσα Έθνη, στο διάβα της  ιστορίας.

Το πρώτο θέμα που θα αναλύσουμε σ΄ αυτή την προσπάθεια είναι ο θεσμός του Φιλελληνισμού, ο οποίος έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην προετοιμασία και έκβαση του Αγώνα.

Ο Φιλελληνισμός είναι ο έμπρακτος  θαυμασμός του  Ελληνικού πολιτισμού και των  απελευθερωτικών αγώνων του Ελληνικού Έθνους, από ορισμένους  αλλοεθνείς πολίτες. Είναι μία όλως ιδιαίτερη δύναμη του Ελληνισμού.

Κατά τον ιστορικό συγγραφέα Μπάμπη Άννινο, « Ο Φιλελληνισμός είναι φως. Όχι όμως φως  αυτόματο, αλλά η ανταύγεια του μεγάλου απλανούς του αθάνατου ελληνικού πνεύματος, ο οποίος  εγκλάμψας και καταγλαϊσας την οικουμένην εις παρωχημένην εποχήν, παραμένει έκτοτε τηλαυγής εις  το στερέωμα της  ανθρωπότητος, φωτίζων και καθοδηγών την ακοίμητον αυτής πρόοδον αναμέσον των αιώνων».

Οι ξένοι από κάθε χώρα και σε κάθε εποχή, θαμπωμένοι από τη λάμψη και το κάλος της  ελληνικής ευφυΐας, εκδήλωσαν με κάθε τρόπο την αγάπη των και τον θαυμασμό των στη γενέτειρα γη  αυτής της  ευφυΐας.

Κληροδοσία δε  αυτών των αισθημάτων υπήρξε η συμπάθεια και η συνδρομή που πρόσφεραν  στις κρίσιμες ώρες  άνθρωποι ξένοι  προς τον  επίγονο λαό, που κατοικούσε στην ιερή κοιτίδα του  ελληνισμού.

Κανένα άλλο έθνος, όσο και αν  διέπρεψε  στην παγκόσμια ιστορία, δεν είχε τόσους  και τέτοιους  ειλικρινείς  φίλους, όπως το ελληνικό έθνος.

Η λέξη  «φιλέλλην» από επίθετο κατάντησε όνομα προσηγορικό και σημαντικό μιας  ευρείας τάξεως ανθρώπων, οι οποίοι στους δεδομένους καιρούς, με το  σφοδρό ζήλο και την έξαψη του  ενθουσιασμού αποκτούσε τον χαρακτήρα κοινωνικής ή πολιτικής αιρέσεως.

Ο σοφός καθηγητής Κουμανούδης έγραφε : «Και το ότι επλάσθη και προφέρεται επί αιώνας πολλούς η λέξις Φιλλέλην, φέρει την τιμήν εις το ανθρώπινον γένος, διότι έγνω τούτο καλώς την ευρείαν αρετήν λαού, κατά θείαν ευδοκίαν εμφανισθέντος επί της γης, ίνα διδάξει πολλούς και πληθυνθή  η γνώσις. Όσαι δε άλλαι λέξεις όμοιαι τη  φιλλέλην επλάσθησαν και ήλθον εις χρήσιν εν παλαιοτέροις ή νεωτέροις  χρόνοις, οίον η Φιλοπέρσης, Φιλομακεδών, Φιλολάκων, Φιλορώμαιος, Φιλόρρωσος, Φιλότουρκος και ή τις άλλη τοιαύτη, έχουσι το μεν, σπανιωτέραν πολύ την χρήσιν και στενωτέραν την σημασίαν, το δε επήγασαν ή εκ φόβου και κολακείας, ή εξ  αυθαιρέτου ιδιοτροπίας, ή κατά πολιτικής φατρίας πνεύμα».

Ο θεσμός του Φιλελληνισμού δεν εμφανίστηκε για πρώτη φορά τα προεπαναστατικά χρόνια, αλλά, από αρχαιοτάτων χρόνων. Η λέξη  φιλέλλην, στην αρχή δεν χρησιμοποιούταν αποκλειστικά για τους ξένους, αλλά και για τους έλληνες και τους ομογενείς τους που αγαπούσαν με ιδιαίτερο τρόπο την πατρίδα.

Έτσι, φιλέλληνα αποκαλεί και ο Ξενοφών τον Αγησίλαο και φιλέλληνες ονομάζει τους πολίτες  της ιδανικής του πολιτείας ο Πλάτων.

Φιλέλληνες αποκαλούσαν οι  αρχαίοι και ορισμένους ηγεμόνες που είχαν ελληνικά αισθήματα, αλλά  βασίλευαν σε χώρες που δεν κατοικούνταν από αμιγή και γνήσιο ελληνικό πληθυσμό, όπως τον Ιέρωνα των Συρακουσών και τον Αλέξανδρο τον γιο του βασιλέα της Μακεδονίας Αμύντα, ο οποίος επέδειξε  φιλελληνικότατα αισθήματα και βοήθησε τους έλληνες κατά τους Περσικούς πολέμους και ιδιαίτερα  κατά τη μάχη των Πλαταιών.

Ο πρώτος κατονομαζόμενος φιλέλλην από τους  καθαυτό ξένους είναι ο μεγαλεπήβολος βασιλιάς της Αιγύπτου Άμασις, του οποίου τον τίτλον αυτόν του τον επέδωσε ο πατέρας της ιστορίας Ηρόδοτος και για το λόγο αυτό είναι σεβαστός.

Άλλοι γνήσιοι και αληθείς  φιλέλληνες  υπήρξαν πολλοί ηγεμόνες της Αιγύπτου και  ασιατικών χωρών οι οποίοι αναδείχθηκαν την εποχή που αναπτύχθηκε ο  μιγάδας μακεδόνικος πολιτισμός. Αυτοί προσεταιρίστηκαν τους Έλληνες, προστάτευσαν τα ελληνικά γράμματα και τις τέχνες και άφησαν  μνημεία περιφανή. Μαρτύρια του φιλελληνισμού των.

Τέτοιοι ήταν  : Πτολεμαίος ο Φιλάδελφος, βασιλεύς της Αιγύπτου, Άτταλος και Ευμένης, βασιλείς της Περγάμου, ο Μιθριδάτης και άλλοι βασιλείς των Πάρθων.

Στη Ρώμη ο φιλελληνισμός αρχίζει να  φαίνεται μετά την πλήρη υποταγή, όταν με τη μετάγγιση του ελληνικού πνεύματος και την πνευματική ανάπτυξη δαμάζεται σιγά – σιγά η προηγούμενη ρωμαϊκή τραχύτητα και η κατακτηθείσα Ελλάς κατακτά τον άγριο νικητή.

Από τους Ρωμαίους πρώτος κατέκτησε τον τίτλο του Φιλέλληνα ο ύπατος  Τίτος Κουϊντιος Φλαμινίνος και μάλιστα αυτοδικαίως  γιατί  προκήρυξε  την ελληνική ανεξαρτησία, αν και το  δώρο αυτό  ήταν δόλωμα για να τους προσέλκυση παρά από αγάπη προς το  ελληνικό  έθνος.

Πιο ειλικρινείς φιλέλληνες  χρημάτισαν επιφανείς  Ρωμαίοι άνδρες οι οποίοι  εκδήλωσα ευνοϊκά και φιλικά αισθήματά   προς την  Ελλάδα με  έργα. Αυτοί είναι  ο Κικέρων, ο Μάρκος Αντώνιος, ο Αύγουστος Καίσαρ και ο γαμβρός του  Αγρίπας. Αλλά  ακόμη περισσότερο ο φιλελληνισμός αναπτύχθηκε στην Ρώμη  επί της  αυτοκρατορίας.

Οι περισσότεροι από τους  καίσαρες οι οποίοι είχαν τύχει ελληνικής εκπαίδευσης, είχαν ευγενή διάθεση προς τον ελληνικό πολιτισμό και  κατ΄ αντανάκλαση προς το  ελληνικό έθνος.

Φίλος της  Ελλάδος, ιδιαίτερα δε των Αθηνών, αναδείχθηκε ο Ανδριανός, ο οποίος διαδέχθηκε τον επίσης  φιλέλληνα Τραϊανό.

Ο Ανδριανός  καλλώπισε την Αθήνα και καταστάθηκε  ισότιμος με τον Θησέα, όπως  μαρτυρεί η επιγραφή που υπάρχει στη  σωζόμενη και σήμερα πύλη του Ανδριανού.  Και αν ακόμη υποθέσομε ότι η επιγραφή αυτή υπαγορεύτηκε από το δουλοπρεπές πνεύμα της εποχής εκείνης, ο Ανδριανός  είχε  γίνει πράγματι άξιος της  ευγνωμοσύνης των  ελλήνων με τις  δωρεές του και τις  ευεργεσίες του.

Έκτοτε ο  φιλελληνισμός άρχισε να παρακμάζει στη Ρώμη. Το κέντρο  σιγά – σιγά μετατοπίζεται από τη  Δύση στην Ανατολή και τα  καρποφόρα σπέρματα του Χριστιανισμού, κρυφά, διαφεύγοντας της προσοχής των Ρωμαίων, πραγματοποιούν  τη ζύμωση και τη διάπλαση νέου κόσμου.

Το ελληνικό πνεύμα, ως παράγων που έχει ταχθεί από τη Θεία Πρόνοια να συντελεί σε κάθε  δράση προόδου, πρωτοστατεί στη  δημιουργία αυτή, αλλά συνδεόμενο  με άλλα στοιχεία και άλλες ιδέες, αποβάλλει τον αρχικό χαρακτηριστικό του τύπο.

Στο Βυζάντιο ο φιλοσοφικός τρίβων, δηλαδή, ο τετριμένος επενδύτης των φιλοσόφων,  μεταβάλλεται σε καλογερικό ράσο και ο  Ελληνισμός, παρά τις μικρές κατά καιρούς αναλαμπές, δεν μπορεί  να αποτελέσει ικανή λάμψη για να προσέλκυση το έκθαμβο  βλέμμα της βάρβαρης  Δύσεως.

Όταν πλέον η Βυζαντινή Αυτοκρατορία έσβησε,  εξαντληθείσα  από τον μακραίωνα αγώνα κατακτηθείσα από τους Τούρκους, δεν της  δόθηκε καμία βοήθεια, γιατί στα ιδιοτελή αισθήματα της  δύσης είχε προστεθεί και η θρησκευτική  εχθροπάθεια που προέκυψε από το σχίσμα.

Ο Ελληνισμός, που μόλις τότε φανερωνόταν μέσα στο  βυζαντινό χάος και συντασσόταν σε διακεκριμένη  εθνικότητα και αποκτούσε την ιδιαίτερη  φυσιογνωμία της νεότερης υποστάσεώς του, δεν μπορεί να είναι αυτοδύναμος, ούτε να πράξει κάτι γενναίο  για να προσελκύσει το σεβασμό των ξένων.

Το Ελληνικό  έθνος βρίσκεται μέσα  στο βάραθρο της δουλείας. Και εκεί, στην αφάνεια, πραγματοποιεί την εθνική του  ανάπτυξη, αλλά,  σαν να είναι σβησμένο  από το βιβλίο των ζώντων, ακούει μόνο τις φιλεύσπλαχνες   εκφράσεις των  περιηγητών που αγαπούσαν την  αρχαιότητα και επισκέπτονταν τα άξια σεβασμού  ερείπια της δόξας του.

(Στο προσεχές φύλλο θα συνεχίσουμε εξιστορώντας την εμφάνιση του Φιλελληνισμού στα τελευταία χρόνια της δουλείας του Έθνους)

 

                        ΑΝΔΡΕΑΣ  Γ. ΜΕΝΙΔΙΑΤΗΣ

                            Επιτ.  δικηγόρος

(στην κεντρική φωτογραφία, Βυρωνικό θέμα, Ceasar Willich, Ελαιογραφία σε μουσαμά)

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

“Αδυναμία εκτέλεσης ακόμα και μικρών έργων από την διοίκηση του Δήμου Μεγαρέων”

“Όταν η πολιτική γίνεται προπαγάνδα”

Ι. Πολυχρόνης: «Τα χρέη του Δήμου είναι περισσότερα από αυτά που έλεγε ο Γ. Μαρινάκης»