Κάθε εβδομάδα μια συνάντηση με τα διηγήματα της Μαρίας Τζέη από το βιβλίο της «Το Ασέληνον Όρος»
Η γειτονιά της
Την έχουν συνηθίσει υγιή, δυνατή και χαρούμενη. Προσφέρει σε όλους χαμόγελα και αγάπη χωρίς τσιγκουνιές.
Είναι η ψυχή της γειτονιάς. χορευταρού και χορατατζού, παίζει σα μικρό παιδί και γελάει εύκολα με το τίποτα.
Τύπος αλέγκρος, που της αρέσει να κάνει παρέα με όλους… Σκεπτόμενους και μη, γραμματιζούμενους αλλά και με τύπους λαϊκούς που βγάζουν μια βαθιά ειλικρίνεια κι έναν αυθορμητισμό που της ταιριάζει.
Κάθεται συχνά στο μικρό καφενεδάκι της γειτονιάς και κουβεντιάζουν με τους γειτόνους της για τα καθημερινά τους προβλήματα, ξεκινώντας από το τι θα μαγειρέψουν μέχρι ποιο κόμμα θα ψηφίσουν και γιατί.
«Εγώ ψήφιζα Αριστερά αλλά ο βουλευτής της Ν.Δ έβαλε το γιό μου στην Πετρόλα, οπότε, του έχω υποχρέωση και θα τον ψηφίσω αυτή τη φορά».
«Εμένα ο πατέρας μου, μου έμαθε να μην υποχρεώνομαι σε κανέναν κερατά γιατί κάποια στιγμή πρέπει να εξαργυρώσω τη συνείδησή μου και δεν το θέλω».
Χθες ο Πέτρος ο διπλανός της στην μονοκατοικία, εξομολογήθηκε πως δεν πέρασε καλά το Πάσχα γιατί ήταν μόνος του. Οι γιοί του παντρεμένοι ο ένας στην Κρήτη κι ο άλλος στην Πάτρα και ούτε τον κάλεσαν να πάει εκεί.
Με τη γυναίκα του έχει χωρίσει χρόνια, μάνα δεν υπάρχει και οι συγγενείς έχουν ξεμακρύνει, ο καθένας μπλεγμένος στα δικά του προβλήματα.
Ο Παναγιώτης στον από κάτω όροφο, μεροκαματιάρης μεσήλικας, κελαηδούσε από χαρά και τους έλεγε πόσο όμορφα περάσανε με τη γυναίκα του και τα παιδιά τους όλες αυτές τις γιορτάσιμες ημέρες, γιατί είχε πάρει και το δώρο και κατάφερε και γέμισε το Πασχαλινό τους τραπέζι. Τους είπε ακόμα πως ο μικρότερος γιός του που μάθαινε κιθάρα, τους έπαιξε πολλά τραγούδια που τα τραγούδησαν όλοι μαζί.
Για τους «διανοούμενους» της γειτονιάς, η Μαρίνα έτρεφε πάντα μιαν εκτίμηση, ανακατεμένη με δυσπιστία και επιφυλακτικότητα, γιατί τους αρέσει να προβάλουν την «επιστημοσύνη τους» και αυτή η επίδειξη της μόρφωσής τους, την ενοχλεί αφάνταστα.
Η προβολή της γνώσης και αυτό το «Εγώ είμαι, εγώ ξέρω, εγώ αξίζω», της προκαλούσε πάντα δυσφορία.
«Πώς πέρασες εσύ Μαρινάκι φέτος το Πάσχα;» Τη ρώτησε κάποιος γείτονας στο καφενείο…
Μμμ δύσκολη στις προσωπικές ερωτήσεις. δε λέει πολλά για τον εαυτό της… δεν απαντάει άμεσα… προτιμάει τα γενικόλογα και ποτέ δεν μπαίνει σε λεπτομέρειες της δικής της ζωής.
Ξέρει καλά πως οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να μιλάνε για τον εαυτό τους και τη ζωή τους και όχι να ακούνε για τη ζωή των άλλων… έτσι, περιορίζει τα λόγια της προκειμένου να δίνει χρόνο στους συνομιλητές της.
Κάποιες φορές την κουράζει η φλυαρία και η περιγραφή ανούσιων λεπτομερειών, όμως ποτέ δεν δυσανασχέτησε και ούτε βαρέθηκε να ακούει και να ξανακούει τα ίδια και τα ίδια από τον κυρ Φώτη του απέναντι διαμερίσματος.
«Μου ‘κοψαν τη σύνταξη οι άτιμοι, παίρνω τα μισά απ’ ό,τι είχα προγραμματίσει, κορίτσι μου… Πρέπει να κάνω εγχείρηση καταρράκτη και μ’ έχουν προγραμματίσει μετά από έξι μήνες.
Θα προλάβω άραγε να ζήσω μέχρι τότε;»
Στον παρακάτω δρόμο, ακριβώς στη στροφή, σε μια παραμελημένη μονοκατοικία, ζει μια οικογένεια πτηνοτρόφων με δυο μικρά ανήλικα παιδιά.
Σπάνια τους συναντά και γι’ αυτό οι κουβέντες είναι λίγες μαζί τους.
Προχθές το βράδυ άκουσε φωνές έντονες και σε λίγη ώρα είδε σταματημένο ένα αυτοκίνητο της αστυνομίας έξω από το σπίτι τους και έμαθε πως εκεί μέσα πέφτει πολύ ξύλο… θύμα η γυναίκα και τα παιδιά… θύτης ο άντρας ο πολλά βαρύς που πίνει και ξεσπάει πάνω τους…
Ακριβώς δίπλα της σ’ ένα μικρό ιδιόκτητο διαμέρισμα, ζει ένα χαριτωμένο και αξιαγάπητο δασκαλοζεύγαρο που μόνο χαμόγελα και καλές κουβέντες έχουν ο ένας για τον άλλον και για όλη τη γειτονιά.
Διδάσκουν σε διαφορετικά σχολεία και απ’ ό,τι της είπαν, αυτή ήταν και η μοναδική δουλειά που ήθελαν πάντα να κάνουν.
Πόσο χαίρεται όταν τους συναντάει και πόσο πολύ θέλει να τους μοιάσει…
Ο Βαγγέλης που είναι δημόσιος υπάλληλος στο Υπουργείο Μεταφορών και μένει ακριβώς δίπλα από το δασκαλοζεύγαρι, διαμαρτύρεται συνέχεια για ορισμένα πράγματα και δίκιο έχει σε κάποια θέματα, όμως ούτε ο ίδιος κάνει αυτό που πρέπει στο θέμα της καθαριότητας αλλά μεταφέρει πάντα στους άλλους το πρόβλημα.
«Χάλασε η άσφαλτος τελείως και ο δρόμος μας είναι γεμάτο λακκούβες. Με δυσκολία περνάνε τα αυτοκίνητα πλέον από δω. Ας αφήσουμε τα σκουπίδια και τα αδέσποτα που έχουν κατακλύσει όλες τις γειτονιές και είτε φοβάσαι να περάσεις είτε δε μπορείς να ανασάνεις από τις μυρωδιές των σκουπιδιών που υπάρχουν, είτε έξω, είτε μέσα στους κάδους. Πρέπει κάτι να γίνει, δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση. Κακώς ψηφίσαμε νέο δήμαρχο, νομίζαμε πως θα ήταν καλύτερος, όμως μια από τα ίδια».
Ο Χρήστος δεν άντεξε άλλο και χωρίς δισταγμό έκανε επίθεση στον κύριο Βαγγέλη.
«Ναι κύριε Βαγγέλη, για τις λακκούβες και τα αδέσποτα συμφωνώ, υποχρέωση του δήμου είναι να δημιουργήσει καταυλισμούς και να μεταφερθούν εκεί όλα τα αδέσποτα, όπως και να βελτιωθεί η ασφαλτόστρωση που έχει πολλά χρόνια να επισκευαστεί. Όμως για τα σκουπίδια και την καθαριότητα έχουμε μεγάλη ευθύνη κι εμείς οι πολίτες. Δε μπορεί να υπάρχει ένας αστυνομικός από πίσω μας κάθε φορά, για να κάνουμε το σωστό από φόβο. Εσείς γιατί πετάξατε χθες βράδυ τη σακούλα με τα σκουπίδια σας έξω από τον κάδο; Βαρεθήκατε ή δεν θέλατε να λερώσετε τα χέρια σας ακουμπώντας το άνοιγμα; Γιατί κύριε Βαγγέλη πετάξατε στο δρόμο το άδειο μπουκαλάκι του νερού που ήπιατε; Γιατί κύριε Βαγγέλη πετάξατε από το παράθυρο του αυτοκινήτου σας το χαρτί της σοκολάτας που μόλις είχατε φάει σήμερα το πρωί; Σας είδα με τα μάτια μου και δεν μπορείτε να το αρνηθείτε».
Η συζήτηση άναψε, μπήκαν στη μέση κι άλλοι γείτονες όπου ο καθένας έλεγε τα δικά του ανάλογα με το μυαλό και τις εμπειρίες του από άλλες γειτονιές…
«Στην παλιά μου γειτονιά στο Μαρούσι, ο κόσμος πρόσεχε περισσότερο και δεν έβλεπες αυτό το χάλι στους δρόμους».
«Εδώ είναι Δυτική Αττική φίλε μου και ο κόσμος είναι διαφορετικός… στις φτωχογειτονιές έτσι γίνεται πάντα».
«Όχι, φταίει ο δήμαρχος και κακώς τον ψηφίσαμε».
Έχει απ’ όλα η γειτονιά μας γι’ αυτό και μου αρέσει, μαζί με τους ανθρώπους της, όπως είναι.
Είναι μια μικρογραφία της χώρας που ζούμε, με όλα τα θετικά και τα αρνητικά της.

