Εκδήλωση πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 17/5 στον Καθεδρικό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου για την ιστορία των Μεγάρων.
Στο πλαίσιο της εκδήλωσης έγιναν καταθέσεις στεφάνων και η ομιλία του Πλοιάρχου ΠΝ Γεωργίου Σαλιαγκάκη:
ΤΑ ΜΕΓΑΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΓΑΡΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥΣ 1912-1913
Υπό Γεωργίου Σαλιαγκάκη
Πλοιάρχου Π.Ν. (ε.α.)
————————-
Ετελέσθη σήμερα υπό των σεβαστών πατέρων της ενορίας μας μέγα μνημόσυνον υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των Μεγαρέων πολεμιστών πεσόντων κατά την διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων 1912-1913. Τα ονόματα των ηρώων αυτών συμπολιτών μας είναι γραμμένα σε τρεις μαρμάρινες πλάκες αναρτημένες εις τον νότιο τοίχο του Ιερού Ναού μας. Κάθε όνομα είναι η ψυχή ενός ήρωος που πίστευε ότι η Ελλάδα δεν μπορούσε να μένει στα τότε στενά σύνορά της. Ο Ελληνισμός της Ηπείρου, της Μακεδονίας, της Θράκης, έπρεπε να ελευθερωθεί, κι αυτό έπραξε.
Οι Μεγαρείς ουδέποτε υστέρησαν των άλλων Ελλήνων σε κάθε πρόσκληση της πατρίδος, σε κάθε ανάγκη πάντοτε πρόθυμοι και πρώτοι. Τούτο δε μπορεί ο καθένας να το διαπιστώσει και από τα λόγια ανταποκριτή Αθηναϊκής εφημερίδας ο οποίος έγραφε: «Μέγαρα 7 Οκτωβρίου 1912. Με έκλαμπρον αληθώς επιβλητικόν πατριωτικόν ενθουσιασμόν υπεδέχθησαν οι Μεγαρείς επίστρατοι και οι κάτοικοι το άγγελμα της επιστρατεύσεως ευθύς ως ανεγνώσθη η σχετική πρόσκλησις υπό της Δημοτικής και στρατιωτικής Αρχής».
Όλοι οι προσκεκλημένοι άνδρες εγκατέλειψαν ατρύγητα τα αμπέλια τους και κάθε άλλη εργασία και πρόθυμοι έσπευσαν εις την φωνή της Πατρίδος χωρίς καθυστέρηση.
Άλλη δε εφημερίδα με τίτλο «ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟΣ ΕΦΕΔΡΩΝ» αναγράφει: Απερίγραπτος είναι η προθυμία και ο ενθουσιασμός των Μεγαρέων εις το σάλπισμα της επιστρατεύσεως. Πολλοί άφησαν τον μούστον εις τον λάκκον και επήγαν προς τον σιδηρόδρομον, ετραγώδουν δε πατριωτικά άσματα, αποχαιρετώντας τους οικείους τους και επί των τραίνων ακόμη». Με μεγάλη προθυμία εγένετο και επίταξις των κτηνών (αλόγων και ημιόνων). Υπεύθυνοι δε είχαν ορισθεί ο ανθυπομοίραρχος Δελενίκας ως Πρόεδρος και μέλη ο Ιωάννης Παπανικόλας και Δημήτριος Δούκας. Τα επιταχθέντα ζώα μεταφέρθηκαν σε κέντρο των Αθηνών.
Την 5η Οκτωβρίου τα ελληνικά στρατεύματα περνούν τα σύνορα και την 6η δίνουν την πρώτη νικηφόρα μάχη στην Ελασσόνα, περνώντας στην περιοχή του Σαρανταπόρου. Εις το τριήμερο αυτό των μαχών υπήρξαν και οι πρώτες απώλειες για την πόλη των Μεγάρων. Από τους πρώτους, ηρωικώς μαχόμενος έπεσε την 10η Οκτωβρίου 1912 ο στρατιώτης Οικονόμου Αχιλλεύς, ενώ τραυματίσθηκαν και μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο Λαρίσης οι στρατιώτες Σταμέλος Αντώνιος, Σάλτας Κωνσταντίνος, Κουτρουλάκης Ιωάννης, Σωτηρίου Αντώνιος και Δάλλας Κωνσταντίνος.
Ενώ ο στρατός προέλαυνε νικηφόρα, άρχισαν να διαφαίνονται τα πρώτα σοβαρά προβλήματα στην πόλη. Οι μετακινήσεις των κατοίκων προς Αθήνα και Πειραιά εγίνοντο με μεγάλη δυσκολία, αφού τα μέσα μεταφοράς, άλογα, ημίονοι, άμαξες είχαν επιταχθεί. Ο σιδηρόδρομος περνούσε μόνο τις απογευματινές ώρες και δεν διευκόλυνε τους ασθενείς κυρίως κατοίκους, αφού οι ιατροί είχαν επιστρατευθεί. Το μόνο σύμφορο μέσο ήταν τα μικρά ατμόπλοια με δρομολόγια Πειραιά-Σαλαμίνα-Ελευσίνα-Μέγαρα. Δυστυχώς, όμως, κι αυτό το μέσον διεκόπη κατόπιν διαταγής του Υπουργείου Ναυτικών λόγω διελεύσεώς των από την στρατιωτική περιοχή του Ναυστάθμου. Με αυτή την απόφαση έπαυσε η επικοινωνία των Μεγάρων με την Πρωτεύουσα και τον Πειραιά. Οι Δημοτικές Αρχές δια αναφορών των προς τον Υπουργόν των Ναυτικών πρότειναν την άρση της διαταγής προς εξυπηρέτηση των χιλιάδων κατοίκων, που τα παιδιά τους μάχονταν στη Μακεδονία.
Οι ημέρες των Χριστουγέννων πλησίαζαν. Κάποιες οικογένειες, που συγγενικά τους πρόσωπα ευρίσκοντο εις το μέτωπο, δεν είχαν την οικονομική ευχέρεια αγοράς των αναγκαίων για τον βιοπορισμό τους. Για τον σκοπόν αυτόν ο Δήμος εψήφισε και διέθεσε την 9η Δεκεμβρίου το ποσόν των 500 δραχμών υπέρ περιθάλψεως των απόρων. Το ίδιον έπραξαν ο ιερέας και οι Επίτροποι του ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου προσφέροντας την 21η Δεκεμβρίου το ποσόν των 300 δραχμών.
Μια ακόμη αξιέπαινη προσπάθεια συγκεντρώσεως χρημάτων ήταν κι αυτή των κυριών Ευανθίας Καστάνη, Ελένης Ρήγα, Ελένης Μυριαγκοπούλου καθώς και των δεσποινίδων Μαυρουκάκη, Ρήγα, Σακελλαρίου και των διδασκαλισσών και μαθητριών του Δημοτικού Σχολείου Θηλέων, οι οποίες διοργάνωσαν λαχειοφόρον αγοράν για τον σκοπόν αυτό. Συγκέντρωσαν, λοιπόν, σε μία αίθουσα του σχολείου χειροτεχνήματα, τα οποία είχαν προσφερθεί από πολλές δεσποινίδες, καθώς και άλλα είδη από τους εμπόρους της πόλεως. Με μεγάλη προθυμία οι κάτοικοι έδωσαν αρκετά χρήματα, πολύ περισσότερα από το ορισθέν ποσόν του κλήρου. Κατορθώθηκε δε να συγκεντρωθεί ένα σεβαστό ποσόν, που δόθηκε σε άπορες οικογένειες των επιστράτων, δια τις ημέρες των εορτών.
Από την έναρξη του πολέμου ως και τις εορτές των Χριστουγέννων η πόλη των Μεγάρων είχε προσφέρει εις τον βωμόν της πατρίδος οκτώ άνδρες της, τους Αχιλλέα Οικονόμου, Ιωάννη Παπακωνσταντίνου, Ιωάννη Γεωργακή, Κωνσταντίνο Φυλακτό, Χρίστο Καλλιά, Βασίλειο Σταμπόλα, Σπυρίδωνα Πιπιλή και Γεώργιο Γκοσδή.
Με ενθουσιασμό και πατριωτική αγαλλίαση οι Μεγαρείς δέχθηκαν την είδηση της απελευθερώσεως της πόλης των Ιωαννίνων. Όλος ο λαός ξεχύθηκε εις τους δρόμους εορτάζοντας το μέγα αυτό γεγονός. Οι κατέχοντες όπλα, τουφέκια, περίστροφα και βαρελότα άρχισαν να πυροβολούν εις τον αέρα με ενθουσιασμό δια την νίκη αυτή του Ελληνικού στρατού. Την δε 6η μ.μ. ετελέσθη εδώ εις τον Μητροπολιτικό Ναό πάνδημος κατανυκτική δοξολογία, όπου παρευρέθησαν οι Αρχές της πόλεως και πλήθος πιστών.
Καθώς πλησίαζαν οι Άγιες ημέρες του Πάσχα, η Δημοτική Αρχή και ο λαός πενθούντες τους νεκρούς τους αποφάσισαν να αναβάλουν τον καθιερωμένο ετήσιο χορό της Τράτας. Μόνο λίγοι, Αθηναίοι μη γνωρίζοντας, επισκέφθηκαν την πόλη αλλά έφυγαν άπρακτοι.
Οκτώ μήνες συνεχών μαχών από τον Οκτώβριο του 1912 έως και τον Μάιον του 1913 ο Ελληνικός στρατός με την συμμετοχή των Μεγαριτών αξιωματικών και στρατιωτών, σχεδόν διπλασίασε την έκταση της Ελλάδος. Ενώ οι Βαλκάνιοι λαοί είχαν συμφωνήσει ποία εδάφη τους ανήκουν, οι Βούλγαροι αθετούν τον λόγο τους. Έτσι ξεκινά ένας νέος γύρος πολέμου ονομαζόμενος Β΄ Βαλκανικός ή Ελληνοβουλγαρικός.
Η έναρξη αυτού πολέμου έγινε εις την περιοχή του Κιλκίς. Εις το πενθήμερο των μαχών ανάμεσα εις τους απωλεσθέντες μαχητές περιλαμβάνονται και οι Μεγαρείς στρατιώτες Λεωνίδας Πινής, Σπυρίδων Τσούκαλας, Ιωάννης Λιούλης, Θεόδωρος Κλιούτης, Σπυρίδων Πέγκος, Παναγιώτης Μπουραζέρης, Δημήτριος Οικονόμου και Ευάγγελος Καρατσόλης. Πλην τούτων έπεσεν ηρωικώς μαχόμενος και ένας άξιος αξιωματικός ο έφεδρος υπολοχαγός του Πεζικού Μελέτιος Λουκάς. Ήταν απόφοιτος της Νομικής Σχολής Αθηνών, συμβολαιογράφος το επάγγελμα. Είχε λάβει μέρος εις τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 ως έφεδρος ανθυπολοχαγός, όπου δια την ανδρεία και τον ηρωισμό που επέδειξε, προήχθη εις υπολοχαγό. Κατά την διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού πολέμου διακρίθηκε ως διοικητής λόχου του 7ου Συντάγματος Πεζικού της 2ας Μεραρχίας και παρ’ ότι τραυματίστηκε, ουδέποτε απουσίασε από την πρώτη γραμμή πυρός. Αλλά και εις τον Β΄ Βαλκανικό πόλεμο επέδειξε τον ίδιο ζήλο και τόλμη, πάντοτε έμπροσθεν των στρατιωτών του. Ακάθεκτος ορμά προς κατάληψη του υψώματος 605 εις το Κιλκίς. Κατά την προσπάθεια αυτή ο λόχος του Μελετίου Λουκά επιτίθετο με την εφ’ όπλου λόγχη ανάμεσα από σφαίρες μυδραλιοβόλων και οβίδων πυροβολικού. Ο θαρραλέος υπολοχαγός Λουκάς φορώντας την εξάρτησή του με το ξίφος στο χέρι ενεθάρρυνε τους στρατιώτες του, αψηφώντας τον θάνατον. Ήταν δε σε τόσο υψηλό βαθμό η ψυχραιμία του, ώστε προχωρούσε ανάμεσα στις σφαίρες που σφύριζαν.
Ξαφνικά τραυματίζεται από δύο σφαίρες εις τον αριστερό βραχίονα. Χωρίς καν να δώσει προσοχή στα τραύματά του, εξακολουθεί να προχωρεί. Δυστυχώς, όμως, μια τρίτη σφαίρα τον χτυπά εις το μέτωπο, πέφτοντας προ των εχθρικών χαρακωμάτων.
Οι μετανάστες Μεγαρείς της Αμερικής έστειλαν επιστολή προς τον Δήμαρχον εκφράζοντας τα συλλυπητήριά των στις οικογένειες των ηρωικώς υπέρ πίστεως και πατρίδος πεσόντων. Επίσης συγκινητικότατο ήταν και το ποίημα του Κων/νου Μπεναρδή που δημοσιεύθηκε στον τότε Αθηναϊκό Τύπο με τίτλο : «Στον Μελέτη», αναφερόμενο στο Μελέτιο Λουκά.
Συνεχίζονταν δε και οι διακομιδές εις τα νοσοκομεία των Αθηνών και Πειραιώς Μεγαριτών τραυματιών όπως του Ρεντούμη Ευαγγέλου, του Κυριακούλη Αθανασίου, Θεοδοσίου, Λειβαδίτη Ευαγγέλου, Δρένη Γεωργίου, Τσορβά Σ.
Οι ανδραγαθίες των Μεγαρέων στα Μέτωπα συνεχώς αυξάνονταν. Οι πολεμικοί ανταποκριτές έστελναν αναφορές συμβάντων αναρωτόμενοι: Ποίος είναι ο Ηλιάδης; Είναι νεαρώτατος ως λέγουν υπολοχαγός του πυροβολικού και διοικητής μιας πυροβολαρχίας της 1ης Μεραρχίας. Είχε μοναδικές επιτυχίες με άριστα αποτελέσματα στις νίκες μας.
Η απορία δε ελύθη με την δημοσίευση άρθρου του Πίνδαρου Ξεκούκη με τίτλο : Η δράση ενός συμπολίτου μας αξιωματικού. Κατενθουσιαμένοι και υπερήφανοι αναγνώσαμεν εις τας εφημερίδας την άλωσιν των στενών της Κρέσνας και την ηρωικήν δράσιν και στρατιωτικήν ικανότητα του συμπολίτου μας και διαπρεπούς υπολοχαγού του πυροβολικού Κ. Α. Ηλιάδου, υιού του ενταύθα ιατρού κ. Ηλιάδου. Οι ανταποκριτές τονίζουν ιδιαιτέρως τον ρόλον του επί του πεδίου της μάχης. Εις τον αξιωματικόν αυτόν αποδίδουν την υπέρ ημών νίκην. Η μάχη ήταν αμφίρροπος και η έκβασή της εξηρτάτο από την υποστήριξη του πυροβολικού μας. Η θέσις του στρατού μας ήταν δυσχερής λόγω του ακαλύπτου πεδίου και των συνεχών ριπτομένων εχθρικών οβίδων.
Την κρίσιμον εκείνην στιγμήν ο διοικητής της 1ης πυροβολαρχίας της 1η Μεραρχίας υπολοχαγός Ηλιάδης αψηφώντας κάθε κίνδυνον, καταλαμβάνει καλυτέραν τοποθεσίαν, αρχίζοντας πυρ και με εύστοχες βολές αναγκάζει το εχθρικό πυροβολικό να σιγήση, επιτρέποντας πλέον στο Ελληνικό πεζικό να γίνη κυρίαρχο των στενών της Κρέσνας.
Και δεν ήταν η πρώτη φορά που διακρίθηκε ο Μεγαρεύς αυτός υπολοχαγός Ηλιάδης. Είχε λάβει μέρος εις τις μάχες της Ελασσώνος, του Σαρανταπόρου, των Γιαννιτσών, του Λαχανά, του Σιδηροκάστρου και άλλες, ελευθερώνοντας την Μακεδονίαν χάρις στην άριστη στρατιωτικήν του μόρφωσιν αποσπώντας πάντοτε τα συγχαρητήρια των ανωτέρων του.
Τον Αύγουστο του 1913 ο Ελληνοβουλγαρικός πόλεμος έληξε, αρχίζοντας πλέον οι συναντήσεις των πολιτικών αρχηγών για την οριστική συμφωνία οριοθετήσεως των νέων συνόρων μεταξύ των Κρατών.
Λόγω του πλήθους των τραυματιών τα νοσοκομεία είχαν απόλυτη πληρότητα. Οι τοπικοί άρχοντες και οι επιστήμονες των Μεγάρων επέδωσαν υπόμνημα υποδείξεως προς τον Υπουργόν Εσωτερικών περί χρήσεως οικήματος ως νοσοκομείου. Μεταξύ άλλων αναφέρετο: «Προς το ανατολικόν άκρον της πόλεώς μας κείται οίκημα ευάερον, συγκείμενον εκ δέκα ευρυχώρων δωματίων, έχον μεγάλης εκτάσεως αυλήν, κήπον, κρήνην και πάντα τα χρειώδη, εν γένει δε εκτισμένον υφ’ όλους τους κανόνας της τεκτονικής και της υγιεινής. Το οίκημα τούτο δύναται να χρησιμεύσει όπως νοσηλευθώσιν εν αυτώ 100 τουλάχιστον τραυματίαι πολέμου, οίτινες θέλουσιν εύρη ενταύθα πάσαν δυνατήν περιποίησιν εκ μέρους των κατοίκων, καθ’ ότι πολλαί δέσποιναι και δεσποινίδες της πόλεώς μας, αι οποίαι διακρίνονται δια τα φιλεύσπλαχνα αυτών αισθήματα, είναι πρόθυμοι να προσφέρωσι την υπηρεσίαν των προς περίθαλψιν των τραυματιών, εκτός δε τούτου άπαντες οι ενταύθα ιατροί είναι λίαν πρόθυμοι να παρέχωσιν αυτοίς τας ιατρικάς των βοηθείας.
Όσον αφορά τα μέσα μεταφοράς ταύτα είναι λίαν εύκολα, διότι σιδηροδρομικώς δύνανται να αποβιβάζωνται ούτοι εις απόστασιν 10 μόλις μέτρων της έξωθι του σχολείου διερχομένης σιδηροδρομικής γραμμής, διά της θαλάσσης δε μόλις δύο χιλιόμετρα. Όπως καταλαβαίνουμε, επρόκειτο για το νεότευκτο τότε Α΄ δημοτικό σχολείο Μεγάρων.
Οι επιζήσαντες και τραυματισθέντες Μεγαρείς πολεμιστές επέστρεψαν στην πόλη τους υπερήφανοι για τις νίκες τους, αλλά και με βαριά θλίψη για τους νεκρούς συγγενείς και φίλους που έμειναν στα πεδία των μαχών, οι οποίοι ουδέποτε ξεχάστηκαν.
Την 22α Δεκεμβρίου του 1913 ημέρα Κυριακή με την πρωτοβουλία του Δημάρχου Κ. Σχοινά και με μέριμνα των τότε Επιτρόπων του Ιερού Ναού της Κοιμήσεως Θεοτόκου, Σπύρου Στεντούμη ιατρού, Παναγιώτη Καστάνη δικηγόρου και των Νικολάου Χαλόφτη και Γεωργίου Παπαφράγκου εμπόρων, αφού δημιούργησαν εις το μέσον του Ναού κενοτάφιον και το εστόλισαν μεγαλοπρεπώς με άνθη, ετελέσθη μνημόσυνον υπέρ των πεσόντων κατά τον Ελληνοβουλγαρικόν πόλεμον, παρουσία του Δημάρχου και Δημοτικού συμβουλίου, όλων των Αρχών της πόλεως, των σχολείων αρρένων και θηλέων μετά των δασκάλων τους. Μετά το πέρας του μνημοσύνου μίλησε ο Πίνδαρος Νικολάου Ξεκούκης φαρμακοποιός εξυμνώντας τα ηρωικά κατορθώματα των πεσόντων. Προσφωνώντας δε τους τραυματίες, τους συνεχάρη για την καρτερία, αντοχή και ηρωισμό που έδειξαν κατά την διάρκεια των δύο αυτών πολέμων.
Αρκετοί των συγγενών των θυμάτων και των τραυματιών μη έχοντας και πάλι τα αναγκαία μέσα βασίζονταν εις τις προσφορές συμπολιτών των .
.
Ο Μεγαρικός λαός προσέφερε αγογγίστως βοήθεια σε κάθε άπορο συμπολίτη του. Την Κυριακή 9 Μαρτίου 1914 με πρωτοβουλία των επιτρόπων των τριών ενοριακών ναών ετελέσθη πάνδημον μνημόσυνον εις τον Μητροπολιτικόν Ναόν για τους πεσόντες κατά τους δύο πολέμους Μεγαρείς. Παρευρέθησαν οι πολιτικές αρχές, ο Δήμαρχος μετά του συμβουλίου, μαθητές, δημοδιδάσκαλοι και το σύνολο του λαού. Εκ του εράνου εκείνης της ημέρας συγκεντρώθηκε το υπέρογκο ποσό των 2.500 δραχμών. Ένας μάλιστα των συμπολιτών ο αγρότης Ιωάννης Τηγανέλος, μη έχοντας να προσφέρει χρήματα, δώρισε αγρόν ενός στρέμματος με ένα ελαιόδεντρο. Άλλος ένας συμπολίτης ο Αντώνιος Κουρσόπουλος ξυλουργός το επάγγελμα, προσέφερε
το ποσόν των 17 δραχμών, αλλά και τα σχολεία των Μεγάρων συγκέντρωσαν και πρόσφεραν υπέρ των απόρων 48,50 δραχμές.
Σε όλες τις Ελληνικές πόλεις άρχισε η κατασκευή κενοταφίων εις μνήμην των πεσόντων των τελευταίων πολέμων 1912-1913. Ο Δήμος Μεγαρέων έχοντας προσφέρει στην πατρίδα 30 νέους, αποφάσισε να τους τιμήσει με ένα μεγαλοπρεπές μνημείο, που σήμερα κοσμεί την πλατεία Ηρώων. Την κατασκευή του ανέλαβε ο γλύπτης Γεώργιος Δημητριάδης ολοκληρώνοντάς την το έτος 1916, το οποίο αρχικώς τοποθετήθηκε στον λόφο της περιοχής Κουρκούρια.
Είκοσι έτη αργότερα τον Μάιο του 1935 ο Οργανισμός Παλαιών Πολεμιστών Ελλάδος σε συνεργασία με τις εκκλησιαστικές και Δημοτικές Αρχές των Μεγάρων αποφάσισαν να χαραχτούν επί μαρμαρίνων πλακών τα ονόματα των πεσόντων Μεγαρέων και να τοποθετηθούν εις τον νότιο τοίχο του παρόντος ναού. Μετά την δοξολογία ο διοικητής του Α΄ Σώματος Στρατού υποστράτηγος Κων/νος Παναγιωτόπουλος έκανε τα αποκαλυπτήρια. Κατόπιν, αξιωματικοί, παλαιοί πολεμιστές, πολιτικοί και σύσσωμος ο λαός των Μεγάρων κατέθεσαν στέφανα στο Ηρώον. Η λαμπρή αυτή τελετή ολοκληρώθηκε με ομιλία του κ. Παναγιωτοπούλου.
Σήμερα, μετά από 113 έτη, κι εμείς η νεότερη γενιά τιμούμε με υπερηφάνεια τους προγόνους μας που με αυτοθυσία και υπέρμετρη ανδρεία έδωσαν την ζωή τους για την πατρίδα. Ας είναι ελαφρό το χώμα που τους σκεπάζει. Αιωνία τους η μνήμη.

