Πολιτισμός

Σελίδες από το «Ασέληνον Όρος» της Μαρίας Τζέη

Κάθε εβδομάδα μια συνάντηση με τα διηγήματα της Μαρίας Τζέη από το βιβλίο της «Το Ασέληνον Όρος» στην έντυπη Ε

Με τα μάτια της ψυχής

Της άρεσε να κρύβεται πίσω από τις κουρτίνες του σαλονιού για να μη τη βρίσκουν, όπως κάνει και η στρουθοκάμηλος που βάζει το κεφάλι της στην άμμο και νομίζει πως δε την βλέπουν οι άλλοι.

Μετά έβγαινε και ευχαριστιόταν που τη ρωτούσαν πού ήταν, ανησύχησαν, την έψαχναν παντού και δε την εύρισκαν.

Αισθανόταν ικανοποίηση που τους είχε κοροϊδέψει και δεν αντιλαμβανόταν πως επειδή την αγαπούσαν, δεν ήθελαν να τη δυσαρεστήσουν κι έτσι έπαιζαν και αυτοί στο δικό της θέατρο του παραλόγου.

Πήγαινε σε ένα δημοτικό σχολείο κοντά στο σπίτι της, στην οδό Πλαΐτου 9, που είχε δυο ορόφους και ανέβαινες στις τάξεις από μια μεγάλη εσωτερική σκάλα. Στο ισόγειο υπήρχε η τραπεζαρία όπου έτρωγαν όλα τα παιδιά μετά το σχόλασμα και δίπλα ένα μικρό δωμάτιο όπου έμενε η κυρία Μαρία που έκανε χρέη επιστάτριας, μαγείρισσας και καθαρίστριας του σχολείου.

Πόσο της άρεσε εκείνο το κίτρινο τυρί που τους έδιναν… και τι όμορφα που μαγείρευε η καλή κυρία.

Απέναντι ακριβώς από το σχολείο, ήταν το εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων όπου εκκλησιάζονταν μαζί με τη δασκάλα τους κάθε φορά που γιόρταζαν οι Τρεις Ιεράρχες, ο Άγιος Σπυρίδωνας και οι Άγιοι Ανάργυροι.

Στο σχολείο καθόταν πάντα στο πρώτο θρανίο. Εκεί την έβαζε η δασκάλα της η κυρία Ζωή, ίσως επειδή ήταν καλή μαθήτρια και την είχε κάτι σαν το δεξί της χέρι, για να γράφει στον πίνακα, να λύνει ασκήσεις ή να ζωγραφίζει, ενώ η ίδια ασχολιόταν με τα άλλα παιδιά.

Ήταν μονοθέσιο το σχολείο που πήγαινε κι έπρεπε μέσα στην ίδια ώρα, η μεγαλούτσικη σε ηλικία κυρία Ζωή, να ασχολείται και με τα άλλα παιδιά των μεγαλύτερων τάξεων.

Κι όταν γύριζε σπίτι, ο αδελφός της, όλο την έκανε κι έκλαιγε γιατί ήταν χωρατατζής κι έκρυβε τις κούκλες της στην κατάψυξη για να δροσιστούν λέει ή τις αυτοκτονούσε δένοντάς τις με σπάγκο και τις πέταγε από το μπαλκόνι.

Κι όταν αδελφός της έπιασε δουλειά, πήρε τα χαρτονομίσματα, τα πέρασε σε σπάγκο και τα άπλωσε όπως απλώνουν τα σεντόνια, πάνω από το κρεβάτι των γονιών τους. Ήθελε να τους δείξει πως μεγάλωσε και από δω και πέρα θα μπορούσε κι αυτός να προσφέρει στο σπίτι.

Έμεναν τότε στο ισόγειο του Πασχάλη που είχε και μια μικρή αυλή με μια σιδερένια σκάλα που οδηγούσε στους άλλους δύο ορόφους και στην ταράτσα. Δεν ήταν κανονική αυλή αυτή, αλλά ο ισόγειος ακάλυπτος χώρος που τον είχαν γεμίσει με γλάστρες από βασιλικά, δυόσμο και κόκκινα μοσχομυριστά γαρύφαλλα. Εκεί απέναντι ήταν και το μηχανοστάσιο του καλοριφέρ που μύριζε έντονα πετρέλαιο το χειμώνα κι έκανε και πολύ θόρυβο όταν δούλευε, όμως τα καλοκαίρια εκεί μέσα, αυτός ο χώρος, γινόταν το βασίλειο της γιατί προσκαλούσε τις φίλες της στα «ιδιαίτερα διαμερίσματά της», για να παίξουν με τις κούκλες που πότε τις βαφτίζανε, πότε τις παντρεύανε κι άλλοτε παίζανε κρεμάλα ή επιτραπέζιο φιδάκι.

Στη γειτονιά έμενε και ο κύριος Αλέξανδρος που ήταν προϊστάμενος στην ΥΔΡΕΞ, έτσι λέγανε την Εταιρεία Υδάτων τότε και της έδινε βιβλία να διαβάζει και κάποια βράδια η Μαρίνα κοιμότανε μαζί με τη μητέρα του στο ίδιο δωμάτιο και κάνανε παρέα επειδή η κυρία Χαρίκλεια είχε χάσει την κόρη της και αγαπούσε πολύ αυτή τη μικρή.

Πριν κοιμηθούν τα βράδια, διάβαζε στη Μαρίνα Ύμνους Αγίων και εάν ήταν Κυριακή πρωί που δεν είχε σχολείο, της τηγάνιζε αυγά με φέτα και φρέσκο ψωμί.

Πολύ τους αγαπούσε αυτούς τους φίλους της οικογένειας και πολύ στενοχωρήθηκε όταν έμαθε μετά από χρόνια που είχαν μετακομίσει από τον Πειραιά στην Ηλιούπολη, πως πέθαναν…

Ο πατέρας της Μαρίνας είχε τσαγκαράδικο κοντά στο σπίτι και τον βοηθούσαν και τα μεγάλα αγόρια.

Πάνω από τον πάγκο είχαν κρεμασμένα τα εργαλεία και μπροστά υπήρχε ένα μικρό σαλονάκι με ένα καναπεδάκι και δυο καρέκλες. Σε εκείνο το καναπεδάκι ερχόταν και ξάπλωνε ο Κάκης κλαψουρίζοντας όταν τον έδερνε η μάνα του. Ο Κάκης, ο συνομήλικος παιδικός της φίλος, εύρισκε καταφύγιο εκεί, στο τσαγκαράδικο του πατέρα της.

Τα παπούτσια ήταν χειροποίητα τότε και όταν ήθελαν να φτιάξουν καινούργια, ο πελάτης έβαζε το πέλμα του πάνω σ’ ένα χαρτόνι και ο τσαγκάρης με ένα μολύβι το σκιαγραφούσε γύρω γύρω για να πάρει τα μέτρα.

Στη γειτονιά μένανε πολλοί Καρπάθιοι από την Όλυμπο και πολλές γυναίκες φορούσαν την παραδοσιακή τους στολή που ήταν μαύρη φούστα και γιλέκο με άσπρη πουκαμίσα και σφιχτή μαύρη ζώνη στη μέση. Οι γυναίκες δε φαινόταν πως είχαν στήθια και μια μέρα είδε την κυρά Μαγκαφούλα, πριν ντυθεί, να φασκιώνει τα στήθια της πριν βάλει τα ρούχα.

Αργότερα έμαθε πως οι Καρπάθιες το έκαναν αυτό για να μην προκαλούν τους ξένους άντρες, επειδή οι δικοί τους δούλευαν στην ξενιτιά.

Μια μέρα του καλοκαιριού, η αδελφή της, την πήγε βαρκάδα μαζί με τους φίλους της αλλά άργησαν να γυρίσουν και η μάνα ανησύχησε πολύ. Όταν επέστρεψαν σπίτι φάγανε το ξύλο της χρονιάς και η αδελφή της φώναζε «όχι το παιδί, εγώ φταίω, εμένα δείρε».

Ήταν τυχερή που ζούσαν δίπλα στη θάλασσα. Βόλτες με τα ποδήλατα στην παραλία, καθημερινά μπάνια κι όταν έπιανε δυνατός νοτιάς και τους ξεσήκωνε ο αέρας, ο πατέρας χαριτολογώντας φώναζε «μάινα τα πανιά γυναίκα, σαλπάρουμε».

Κι όταν γύριζε το Φθινόπωρο στο σχολείο, είχε να πει τα περισσότερα στις φίλες της για τις καλοκαιρινές διακοπές και τις εμπειρίες της.

Έβαζε και λίγο παραμύθι κι έλεγε πως τη φλέρταρε ο Πάρις, ο μελαχρινός γαλανομάτης που άρεσε σε όλα τα κορίτσια της γειτονιάς.

Το σπίτι της ήταν δίπλα στη θάλασσα και είχε την ευκαιρία είτε ξαπλωμένη στο κρεβάτι είτε κοιτάζοντας από τα παράθυρα, να αγναντεύει το πέλαγος και τα πλοία που μόλις είχαν βγει από το λιμάνι ή είχαν μειώσει ταχύτητα και ετοιμάζονταν να μπουν σ’ αυτό.

Στο δωμάτιο κοιμόταν με την αδελφή της και τα κρεβάτια τους ήταν τοποθετημένα έτσι ώστε να μπορούν εύκολα μέσα από το μεγάλο παράθυρο, να απολαμβάνουν τον ήλιο, τη θάλασσα και τους γλάρους που πηγαινοέρχονταν ανέμελα.

Η αδελφή της είχε ένα φίλο καπετάνιο που αργότερα τον παντρεύτηκε και κάθε που ερχότανε ή έφευγε, για να τον καλωσορίσει ή να τον αποχαιρετήσει, άνοιγε διάπλατα το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας, έπαιρνε ένα μεγάλο καθρέφτη που λαμποκοπούσε στον ήλιο και τον κουνούσε πάνω κάτω.

Ο καπετάνιος της, το έβλεπε και ανταπέδιδε τον χαιρετισμό με σφυρίγματα του πλοίου.

Τα κρεβάτια τους ήταν ξύλινα και στη μέση υπήρχε ένα μεγάλο κομοδίνο με δυο πορτατίφ για να μπορούν και οι δύο να διαβάζουν το βράδυ.

Το μεγάλο παράθυρο που έβλεπε θάλασσα, το κοσμούσε μια κουρτίνα υφαντή, κεντημένη από τη γιαγιά τους στον αργαλειό, όταν ζούσε στο νησί.

Η αδελφή της που είχε ταλέντο στη ζωγραφική, καθόταν με τις ώρες μπροστά από το ανοιχτό παράθυρο και ζωγράφιζε πότε φεγγάρια με αστέρια και αγκαλιασμένα ζευγάρια στα παγκάκια και πότε βάρκες να βγαίνουν για ψάρεμα, δεμένες η μια πίσω από την άλλη.

Όλες οι ζωγραφιές της ήταν τοπία που έβλεπε μέσα από εκείνο το παράθυρο που λάτρευαν.

Κάποιο βράδυ, η Μαρίνα είδε στον ύπνο της πως τους έχτισαν εκείνο το παράθυρο και δε θα μπορούσαν από δω και πέρα να αγναντεύουν τη θάλασσα, ούτε να ακούνε τα θυμωμένα κύματα.

Γέμισε με δάκρυα το μαξιλάρι της κι όταν ξύπνησε και αφηγήθηκε στην αδελφή της το όνειρο, εκείνη την καθησύχασε λέγοντάς της πως κι αν ακόμα αυτό ήταν αληθινό, δε θα πρέπει να στενοχωριέται γιατί αυτό το σπίτι και αυτή η οικογένεια, είναι ένας μεγάλος κουμπαράς που έχει αποταμιεύσει χαρές, για να τις χρησιμοποιούν σε ώρα ανάγκης.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Βραδιά Πανσελήνου στην Νέα Πέραμο με την Ορχήστρα της Στρατιωτικής Μουσικής της ΑΣΔΥΣ

Εκλογές στον Πολιτιστικό Σύλλογο Μεγάρων «Ο Θέογνις»

Aleka Stamatiadi

Παρουσίαση βιβλίων του Χρ. Σύρκου