«Αν τα μέτρα πρόληψης ατονήσουν στην Ελλάδα, εύκολα θα μπορούσε να συμβεί σε λίγες ώρες καταστροφή αντίστοιχη με τις Ιταλικές πόλεις του Βορρά. Με την ιδιότητα μου του ιατρού που, δυστυχώς, ζει από πρώτο χέρι αυτά τα δραματικά γεγονότα, θα ήθελα να σας συμβουλέψω να εκμεταλλευτείτε αυτόν τον πολύτιμο χρόνο που έχουμε «κερδίσει» για να είμαστε προετοιμασμένοι με ένα πλήρες σχέδιο δράσης για παν ενδεχόμενο».
Αυτά μας είπε χαρακτηριστικά ο Αλέξανδρος Παπαγιάννης, συμπολίτης μας επιστήμονας, που ζει και εργάζεται στο Ούντινε της βορειοανατολικής Ιταλίας.
Σε συζητήσεις στο διαδίκτυο που γίνονται αυτές τις ημέρες, για την εξάπλωση του κορωνοϊού, και σχετικά με όσα δραματικά συμβαίνουν στη γειτονική μας Ιταλία, μας μετέφερε μια πολύ χαρακτηριστική επιστολή μιας Ιταλίδας νοσηλεύτριας, που αποτυπώνει πιστά την κατάσταση στη γειτονική χώρα.
«Η καραντίνα δεν είναι μία υποχρέωση, αλλά είναι ένα δικαίωμα στην υγεία»
«Σας παραθέτω αυτή την μετάφραση», είπε… «ελπίζοντας να πιάσει τόπο στην Μεγαρική κοινωνία. Η οποία δυστυχώς φοβάμαι πως, δυσκολεύεται να καταλάβει τη σοβαρότητα της κατάστασης, όπως το αντιλαμβάνομαι από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κάτι που φυσικά ισχύει και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Θέλω να μοιραστώ μαζί σας τη μετάφραση μιας δραματικής επιστολής που έγραψε μια Ιταλίδα νοσοκόμα από την Volvera (Torino) στον δήμαρχο της και δημοσιεύτηκε. Πιστεύω ότι όλοι μας θα έπρεπε να αφιερώσουμε πέντε λεπτά και να τη διαβάσουμε προσεκτικά, για να αναλογιστούμε ότι η καραντίνα δεν είναι μία υποχρέωση αλλά είναι ένα δικαίωμα στην υγεία».
Ο Αλέξανδρος Παπαγιάννης είναι Ιατρός χειρουργός, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Ούντινε. Οφθαλμίατρος με ειδίκευση στη χειρουργική του αμφιβληστροειδή και τις παθήσεις της ωχράς κηλίδας. Είναι Επιμελητής Α’ Οφθαλμιατρικής στην Ενιαία Πανεπιστημιακή Κλινική της περιφέρειας της Τεργέστης στην Ιταλία. Διετέλεσε ερευνητής στα νοσοκομεία του San Raffaele του Μιλάνο στην Ιταλίας και στο Manchester Royal Eye Hospital , του Μάντσεστερ στη Μεγάλη Βρετανία, με τα οποία συνεχίζει να συνεργάζεται. Από το 2004 έως σήμερα έχει εργαστεί σε διεθνή συστήματα υγείας και έχει κλινική εμπειρία τόσο με εθνικά συστήματα υγείας σε αναπτυγμένες χώρες (Ιταλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ισπανία, Ελλάδα) όσο και σε χώρες υπό ανάπτυξη (Ινδία, Βραζιλία).
Η πηγή της επιστολής που ακολουθεί, μεταφράστηκε από δημοσίευση της ιταλικής εφημερίδας “La Stampa”.
«Καλησπέρα κ. Δήμαρχε, εργάζομαι στο νοσοκομείο, σας γράφω γιατί, θα ήθελα να περιγράψω μια τυπική ημέρα. Μία απ’τις πολλές, σε αυτήν την περίοδο. Αλλά δεν θέλω να την περιγράψω σαν τα μέσα ενημέρωσης: αριθμοί, στατιστικά στοιχεία, διατάγματα και απαγορεύσεις. Θα ήθελα να το κάνω αυτό από την πλευρά του θετικού ασθενούς και των υγειονομικών. Ο Covid – 19 είναι πολύ περισσότερο από έναν ύπουλο ιό.
Είμαστε μια χώρα που μπορεί μόνο να διαμαρτύρεται για οτιδήποτε, ποτέ δεν είμαστε ευχαριστημένοι με τίποτα. Φαίνεται ότι η καραντίνα είναι μια τιμωρία παρά μια προστασία για τον καθένα μας. Αν το κρίνετε σκόπιμο, μπορείτε να την μοιραστείτε, για να αυξήσετε την ευαισθητοποίηση.
Πόσο ωραίο να σε αποκαλούν άγγελο … αλλά ποιος ξέρει αν είμαστε πραγματικά.
Είναι ένα Σάββατο το πρωί μιας εβδομάδας συναγερμού covid. Επιτέλους μια μέρα ξεκούρασης μετά από πολλή δουλειά. Μπορείτε τελικά να αφιερώσετε τον εαυτό σας στην οικογένεια. Για εσάς, η καραντίνα δεν υπάρχει, δεν υπάρχει απαγόρευση να βγαίνεις έξω … δεν υπήρχε ποτέ. Εσύ ΠΡΕΠΕΙ να δουλέψεις, είσαι πολύτιμη … λένε.
Αλλά όχι, καμμία ανάπαυση. Η κλήση έρχεται. Πρέπει να πάς. Υπάρχει ανάγκη κάλυψης των βαρδιών. Το παράπονο είναι εκ των ουκ άνευ, δε θες, αλλά… θα το κάνεις. Καθώς προετοιμάζεσαι, συνειδητοποιείς ότι ο Μάρτιος δεν ήταν καθόλου ευσπλαχνικός: 12-ωρες βάρδιες, ακύρωση διακοπών, ρεπό…. Τί είναι τα ρεπό;
Φτάνεις στο νοσοκομείο, κάποιες φιγούρες στους διαδρόμους, αλλά ακόμα πάρα πολλοί άνθρωποι τριγύρω.
Φτάνεις στον κρίσιμο θάλαμο, εκείνο όπου νοσηλεύονται οι θετικοί ασθενείς. Όλα θωρακισμένα, ήχοι. Σου ανοίγει η συνάδελφος που είναι εκεί από χτές το βράδυ… Εξαντλημένη, το πρόσωπο σημαδεμένο από τη μάσκα και τα γυαλιά, παραλαμβανεις και την απαλλάσσεις. Πρέπει να ξεκουραστεί. Χτυπάει ένα κουδούνι. Ξεμυτίζεις στο δωμάτιο που κάλεσε, ρωτάς τον λόγο της κλήσης και διαβεβαιώνεις ότι θα μπείς σύντομα, και πας να ντυθείς. Η διαδικασία ντυσίματος είναι χρονοβόρα και πρέπει να καλυφθείς πολύ καλά, δεν πρέπει να κάνεις λάθη αμέλειας. Μπαίνεις στο δωμάτιο της ασθενούς, την γνωρίζεις και… τη χαιρετάς. Έχει ένα κράνος στο κεφάλι της, το όνομά του είναι c-pap. Εξυπηρετεί στο να αναπνέει καλύτερα .. δεν έχει πολλές ελπίδες και η οθόνη στην οποία είναι συνδεδεμένη το επιβεβαιώνει. Αλλά η ασθενής έχει συνείδηση, είναι διαυγής και προσανατολισμένος σε χρόνο και χώρο … αλλά πάνω απ ‘όλα ξέρει ότι πρόκειται να πεθάνει. Το ξέρει, το αντιλαμβάνεται … το νιώθει. Μιλάς λίγο μαζί της.
Δεν έχει φάει από μέρες. Σήμερα το πρωί ζητάει πρωινό. Έχει ανεξέλεγκτο διαβήτη και θέλει δύο παξιμάδια με μαρμελάδα. Ο διαβήτης θα είναι ο χειρότερος εχθρός της τώρα; Και λες στη συνάδελφο να σ’ τις φέρει.
Αυτή η παρακλητική ματιά σε σκοτώνει. Παίρνεις τα μάτια σου μακρυά από αυτήν κάθε τόσο, ώστε να μην πεθάνεις μέσα σου.
Καθώς στερεώνεις τα καλώδια των ζωτικών παραμέτρων, σου πιάνει το χέρι σου: «Αγάπη μου, είσαι μαμά;». «Ναι, δύο αγόρια». «Τότε μπορείς να καταλάβεις τι αισθάνομαι;».
«Μπορώ να δοκιμάσω, αλλά αν θέλεις, μπορείς να μου το περιγράψεις, σε ακούω».
«Έχω 4 παιδιά. Ήταν πάντα τόσο μαμάκηδες. Μια όμορφη σχέση, επίσης επειδή ήμουν η μητέρα και ο πατέρας τους, από τότε που ήμουν χήρα από νεαρή. Δεν φοβάμαι ότι θα πεθάνω, δεν θα ήθελα μόνο να υποφέρω. Αλλά μια μέρα, ένα παιδί μου ήρθε να με δει και δεν τον άφησαν πια… Ήταν αναγκασμένος, δεν υπήρχε επιλογή. Δεν μπορούσα πλέον να βλέπω τα εγγόνια μου, τη νύφη… κανέναν. Εγώ εδώ, αυτοί στο σπίτι. Δεν θα μπορούσα να τους πω πόσο πολύ τους αγαπώ…Αλλά κάλεσέ τους στο τηλέφωνο και πες τους το!».
«Ναι, αλλά δεν είναι το ίδιο πράγμα… Ναι, αλλά, σε ακούν, σου μιλάνε, είναι ήδη κάτι, καλύτερα από τίποτα».
«Τους καλώ καθημερινά, τους αισθάνομαι ότι υποφέρουν γιατί δεν μπορούν να μείνουν μαζί μου μέχρι στο τέλος».
Ο γιατρός μπαίνει... η επίσκεψη .. Το τηλέφωνο χτυπάει, είναι ένα από τα παιδιά. Η ασθενής του λέει: «Ο γιατρός είναι εδώ, σ’τον δίνω».
Ο γιατρός περιγράφει την κατάσταση στον γιο. Είναι πραγματικά κρίσιμη. Η κυρία λέει ότι σύντομα θα πρέπει να διασωληνωθεί και ότι δεν έχει πολύ να ζήσει. Ο γιος ζητά να μπορέσει να την δει για ένα τελευταίο, σύντομο χαιρετισμό. Δεν είναι εφικτό. Ο covid δεν διαλέγει σε ποιόν θα πάει. Διεισδύει στον καθένα. Ο γιατρός φεύγει από το δωμάτιο. Η κυρία κλαίει απεγνωσμένα. Ενώ είναι ακόμα στο τηλέφωνο με το γιο της, ο γιος της κλαίει μαζί της. Έχει πάντα αυτή την παρακλητική ματιά πάνω σου, σαν να ήθελε να σου ζητήσει να κάνεις κάτι… ζητάς να της δώσεις το τηλέφωνο. Η κυρία έχει ένα παλιό τηλέφωνο, δεν είναι γριά, αλλά ούτε τεχνολογικά εξελιγμένη… Δεν μπορείς να βάλεις το τηλέφωνο κοντά στο αυτί σου, έτσι δεν ξέρεις τι απαντά ο γιος της, αλλά εκείνο το βλέμμα της σε έχει τρυπήσει σαν τρυπάνι. Δεν είσαι απλά υγειονομικός, είσαι μαμά, είσαι κόρη…
Λες του γιού: «Μαζευτείτε και οι 4 μαζί, αλλά προστατευτείτε με μάσκες. Κάντε το το συντομότερο δυνατό και, στη συνέχεια, κάνε βιντεοκλήση σε αυτόν τον αριθμό» και δίνεις τον δικό σου. «Θα σας δείξω τη μαμά. Είναι ένα μικρό πράγμα, αλλά τουλάχιστον δεν θα είναι κάτι ξεκομμένο, και θα μπορείτε να τη δείτε».
Του λες ότι θα είσαι εκεί για άλλες δέκα ώρες και να τηλεφωνήσετε αρκετές φορές αν δεν απαντήσω αμέσως. Δεν περνάει ούτε μια ώρα. Η συνάδελφος λέει ότι το τηλέφωνό σου κουδουνίζει στην τσάντα. Είσαι πάντα ντυμένη και πάντα σε εκείνο το δωμάτιο, ποτέ δεν βγήκες. Της ζητάς να πάρει το κινητό σου, να το βάλει σε ένα σακκουλάκι, να το απολυμάνει και να στο δώσει.
Ανοίγεις την βιντεοκλήση, και τα τέσσερα παιδιά εκεί… Η ασθενής δεν το περίμενε και είναι ευτυχής σαν να κάνει Ανάσταση… και εσείς μαζί της. Μιλούν πολύ, διηγούνται ο ένας σ’τον άλλον, λένε «σ’αγαπώ»…
Μειώνεται ο κορεσμός της ασθενούς συχνά επειδή κουράζεται, αλλά ξέρεις τη μοίρα της και δε βαστάς να της ζητήσεις να κλείσει. Ήδη μία φορά αναγκάστηκαν να ξεκόψουν, τώρα θέλεις η απόφαση να είναι δική τους.
Η κλήση διαρκεί περίπου μισή ώρα και σαν να είχε κλείσει ένας κύκλος, ό, τι έπρεπε να γίνει, έγινε. Είχε αντέξει μόνο για αυτούς, για να τους δει, να τους χαιρετήσει.
Η καρδιά σου έχει γίνει χίλια κομμάτια. Σκέφτεσαι τον εαυτό σου και τα παιδιά σου και καταλάβαίνεις τα πάντα, κάθε ανησυχία της.
Παίρνει το χέρι σου, λέει «Ευχαριστώ, θα σε φυλάω από εκεί ψηλά για αυτό που έκανες». Και αγωνίζεσαι να μην κλάψεις.
Η ασθενής σβήνει. Αποφασίζεις να βγείς έξω και αφήνεις τα υπόλοιπα στους συναδέλφους σου. Και βλέπεις ότι, όπως προβλέπεται από τις διαδικασίες, την διαβρέχουν με απολυμαντικό, την τυλίγουν σε ένα σεντόνι και την πάνε στο νεκροθάλαμο.
Μόνη… Μόνη… Τα προσωπικά της αντικείμενα τοποθετημένα σε τριπλό μαύρο σάκο θα αποτεφρωθούν.
Είναι πρωί της Κυριακής. Το γραφείο κηδειών ήρθε να παραλάβει το σώμα. Μόνο ένα από τα παιδιά είναι παρόν, στην προβλεπόμενη απόσταση ασφαλείας. Δεν την έχει ξαναδει μετά από εκείνη την βιντεοκλήση. Δίνει οδηγίες στον αρμόδιο και φεύγουν. Το αυτοκίνητό του στρίβει δεξιά, το σώμα πηγαίνει αριστερά, μόνο του.
Δεν το αντέχεις, αυτό πάει πολύ! Και αν μέχρι τώρα δεν έχεις κλάψει, τώρα δεν αντέχεις…
Στο σπίτι ανοίγεις το facebook. Παράπονα παντού.
Σας αρνήθηκαν την ελευθερία, το παιδί δεν μπορεί πλέον να πάει στο πάρκο, το σκυλί περπατά πολύ μακριά από το σπίτι, δεν βρίσκεις πιά μαγιά…
Πόση άγνοια… Πόσο λίγα προβλήματα έχουν οι άνθρωποι… αλλά σε ένα πράγμα ακόμα είμαστε τυχεροί: εμάς μας έχουν αρνηθεί πράγματα, έχουμε κάνει θυσίες… αλλά τουλάχιστον έχουμε ακόμα αξιοπρέπεια, ένα δικαίωμα που ο covid σου αφαιρεί χωρίς να έχεις τη δυνατότητα να παραπονεθείς σε κανένα…
Ένα ημερολόγιο από την πρώτη γραμμή, την ανθρώπινη, αυτήν της καρδιάς».
«Έχει γίνει η προετοιμασία ενός σχεδίου δράσης σε περίπτωση έξαρσης της επιδημίας στα Μέγαρα;»
Αφού μετέφερε την εμπειρία αυτή από την Ιταλία, ο Αλέξανδρος Παπαγιάννης, προτρέπει να αναληφθούν σχέδια δράσης ακόμα και σε τοπικό επίπεδο, όσο υπάρχει ακόμη χρόνος: «Θα ήθελα να ρωτήσω τον δήμαρχο Μεγαρέων, Γρηγόρη Σταμούλη, καθώς επίσης και όλους τους εκπροσώπους του λαού στο δημοτικό Συμβούλιο, συμπεριλαμβανομένης και της αντιπολίτευσης το εξής: Με την ελπίδα πάνω απ’ όλα να μην χρειαστεί ποτέ να χρησιμοποιηθεί, έχει γίνει η προετοιμασία ενός πρωτόκολλου, σχεδίου δράσης σε περίπτωση έξαρσης της επιδημίας στα Μέγαρα;
Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι τα Μέγαρα είναι σε κοντινή απόσταση με την πυκνοκατοικημένη (και πρώτη σε κρούσματα Covid-19 στην Ελλάδα) Αθήνα και αν τυχόν τα μέτρα πρόληψης ατονήσουν στην συνέχεια ή ενδεχομένως υπάρξει ένα δεύτερο «κύμα» έξαρσης του ιού τους επόμενους μήνες, εύκολα θα μπορούσε σε λίγες ΩΡΕΣ να συμβεί μια καταστροφή αντίστοιχη με τις Ιταλικές πόλεις του Βορρά. Εκεί οι δημοτικές αρχές βρέθηκαν από τη μία μέρα στην άλλη, αντιμέτωπες με πρωτόγνωρες και ανεξέλεγκτες καταστάσεις.
Με την ιδιότητα του ιατρού που δυστυχώς ζει από πρώτο χέρι αυτά τα δραματικά γεγονότα, θα ήθελα να σας συμβουλέψω να εκμεταλλευτείτε αυτόν τον πολύτιμο χρόνο που έχουμε «κερδίσει» ως χώρα και ως τοπική κοινωνία, για να είμαστε προετοιμασμένοι με ένα πλήρες σχέδιο δράσης για παν ενδεχόμενο.
Χρειάζεται τεράστια προσπάθεια τόσο για την εύρεση και οργάνωση των κατάλληλων χώρων όσο και του προσωπικού (οι κατά τόπους ιατρικοί σύλλογοι θα μπορούσαν να οργανώσουν αυτό το τμήμα) και ενδεχομένως κάποιες ποσότητες Υλικού Προσωπικής Προστασίας (είναι προφανές πλέον πόσο περίπλοκο και σημαντικό είναι να υπάρχει πάντα διαθέσιμο ένα έστω μικρό στοκ από καθαριστικά, γάντια και μάσκες).
Επίσης, πρέπει να υπάρχει τρόπος επίβλεψης από τις κατά τόπους υπεύθυνες αρχές ώστε τα άτομα που είναι σε καραντίνα, επειδή διαγνώστηκαν θετικοί στον ιό, να την εφαρμόζουν πραγματικά.
Χρειάζεται ένα πλάνο αποκλεισμού της πόλης σε περίπτωση έξαρσης της ασθένειας, διαχείρισης των απαραίτητων προμηθειών για τους κατοίκους σε τέτοια ακραία περίπτωση, έως και διαχείρισης των νεκρών τη στιγμή που στην Ελλάδα δεν έχουμε αποτεφρωτήρια.
Όλα αυτά είναι δύσκολο να γίνουν μέσα σε λίγες ώρες και ίσως είναι ευθύνη της κεντρικής διοίκησης, αλλά γιατί να μην υπάρχει ήδη κάποια οργάνωση, όπως κάνουν εδώ(σ.σ. στην Ιταλία) οι τοπικές αρχές. Είναι κάτι που πρέπει να έχουμε σκεφτεί έγκαιρα, εάν ο μη γένοιτο, τα πράγματα ξεφύγουν γιατί σε τέτοια περίπτωση ο χρόνος αντίδρασης δεν υπάρχει, αλλά και γιατί τέτοια πλάνα μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για την αντιμετώπιση άλλου είδους καταστροφών».

