Κυριακή του Πάσχα 1941 στην Πάχη: Η θυσία του «Ψαρά» που δεν πρέπει να ξεχαστεί
«Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία ενός τόπου που ξεπερνούν τα στενά όρια των βιβλίων και γίνονται μέρος της συλλογικής μας συνείδησης. Μια τέτοια στιγμή είναι η βύθιση του αντιτορπιλικού “Ψαρά” στα νερά της Πάχης, ανήμερα του Πάσχα του 1941. Δεν ήταν απλώς μια πολεμική απώλεια· ήταν μια πράξη απόλυτης αυτοθυσίας και ναυτοσύνης.
Στο κείμενο που ακολουθεί, ο Πλοίαρχος Π.Ν. Παναγιώτης Λάος, μέσα από την κεντρική ομιλία που πραγματοποίησε στην εκδήλωση μνήμης, ανασύρει από τη λήθη του χρόνου το χρονικό εκείνων των ημερών. Μας μεταφέρει στα καταστρώματα του πλοίου, στην ακτή του Αγίου Νικολάου και στην ψυχή των ανθρώπων που διάλεξαν το καθήκον, τιμώντας την ιστορία μας με τον πιο συγκλονιστικό τρόπο.
Ακολουθεί η ομιλία του Πλοιάρχου ΠΝ Παναγιώτη Λάου
Δευτέρα της Διακαινησίμου, 21 Απριλίου 1941. Εφημερίδα «Ελεύθερο Βήμα», αριθμός φύλλου 6755. Το Υφυπουργείο Δημόσιας Ασφάλειας ανακοινώνει για τις εναέριες επιδρομές: «Γερμανικά αεροπλάνα καθέτου εφορμήσεως, εις επανειλημμένα κύματα, επεδραμόν χθες κατά της περιοχής Πειραιώς, Ελευσίνος και Μεγάρων. Εκ των ριφθεισών βομβών επροξενήθησαν ζημίαι υλικαί και υπάρχουν θύματα».
«Ζημίαι υλικαί και υπάρχουν θύματα». Σε αυτές τις πέντε λέξεις, που διάβαζαν εκείνο το πρωί οι Έλληνες από τη μεγαλύτερη σε κυκλοφορία εφημερίδα της χώρας, η πίκρα, η περηφάνεια, η τιμή, η ελπίδα και η δόξα περίσσευαν.
Τα γεγονότα. Αυτά που έγιναν την προηγούμενη μέρα, την Κυριακή του Πάσχα 20 Απριλίου 1941, εδώ στον όμορφο Σαρωνικό, τον κόλπο που στα νερά του γεννήθηκε η Δημοκρατία, το οργανωμένο θαλάσσιο εμπόριο και σώθηκε ο ευρωπαϊκός πολιτισμός με τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480 π.Χ., δεν έχουν πολεμικό ναυτικό επιχειρησιακό προηγούμενο.
Επτά εμπειροπόλεμα ελληνικά αντιτορπιλικά, το «Ψαρά», το «Ύδρα», ο «Ιέραξ», ο «Αετός», το «Βασίλισσα Όλγα», το «Λέων» και το «Σπέτσαι», αντιμετωπίζουν με τον οπλισμό τους και χωρίς καμία αεροπορική υποστήριξη την πιο σύγχρονη πολεμική αεροπορία που υπήρξε τότε στον κόσμο· την πιο πολυάριθμη, με τους καλύτερους βομβαρδιστές πιλότους και τα καλύτερα βομβαρδιστικά καθέτου εφορμήσεως, τα περίφημα «Στούκας».

Αντιμετώπισαν όμως και έναν μεγαλύτερο κίνδυνο: την παρατεταμένη αναμονή διαταγών απόπλου, έναν κίνδυνο που πάντα τσακίζει αντοχές ανθρώπων και μηχανημάτων, δημιουργεί ανυπέρβλητα προβλήματα στη διαχείριση των πληρωμάτων και δυνητικά μπορεί να κάμψει το μαχητικό πνεύμα τους.
Τα πλοία μας καρτερικά περίμεναν, όπως προείπα, να παραλάβουν την ελληνική κυβέρνηση, τον ελληνικό χρυσό, τα αρχεία του κράτους, συγκεκριμένες πολιτικές, στρατιωτικές και επιχειρηματικές προσωπικότητες, αλλά επί της ουσίας να παραλάβουν την περηφάνεια και την υπόσταση της πατρίδας μας και να τις μεταφέρουν στα μπαρουτοκαπνισμένα καταστρώματά τους για συνέχεια του αγώνα στην Κρήτη, στη Μέση Ανατολή, παντού.

Τα επτά αυτά πλοία μας, μαζί και με άλλα σκάφη του Ελληνικού Στόλου τα οποία ήταν διασπαρμένα σε θέσεις αραιώσεως από το Σούνιο μέχρι την Ερμιόνη, έμειναν αναγκαστικά χωρίς αντιαεροπορική προστασία από τις ελληνικές αντιαεροπορικές πυροβολαρχίες που υπήρχαν στο όρος Αιγάλεω, στην Καστέλλα, στη Σαλαμίνα, στον κατεστραμμένο πια Πειραιά. Αυτό θα μπορούσε να γίνει μόνο αν τα πλοία μας φιλοξενούνταν εντός του κόλπου Ελευσίνος, όπου το βεληνεκές των ελληνικών αντιαεροπορικών πυροβόλων στεριάς θα μπορούσε να τα καλύψει, αλλά και τα λίγα βρετανικά καταδιωκτικά «Χάρικεϊν», με μπροστάρη τον ήρωα άσσο πιλότο, τον Επισμηναγό Μάρμαντιουκ Πλατ, θα απογειώνονταν από το αεροδρόμιο της Ελευσίνας και πιθανώς θα κατέρριπταν έναν μεγάλο αριθμό από τα γερμανικά αεροσκάφη που θα προσπαθούσαν να τα βομβαρδίσουν εντός του κόλπου.
Όμως ο κόλπος της Ελευσίνας αεροναρκοθετήθηκε από τα γερμανικά αεροσκάφη τα προηγούμενα 24ωρα· πόντισαν δηλαδή θαλάσσια ναρκοπέδια από αέρος. Και με τεράστιο ρίσκο και υπεράνθρωπες προσπάθειες του προσωπικού του Πολεμικού Ναυτικού μας, τα πλοία μας απεγκλωβίστηκαν από τα ποντισμένα γερμανικά ναρκοπέδια και κατάφεραν να εξέλθουν ασφαλώς και να αγκυροβολήσουν εδώ.
Την Κυριακή του Πάσχα, από τις πρώτες πρωινές ώρες, αλλεπάλληλα γερμανικά αεροπορικά κύματα βομβάρδισαν τα πάντα. Η περίφημη «Μάχη των Αθηνών»: 700 γερμανικά αεροσκάφη, βομβαρδιστικά και καταδιωκτικά συνοδείας, μάχονται εναντίον 12 βρετανικών αεροσκαφών διώξεως και ελληνικών αντιαεροπορικών πυροβόλων. Μάχονται για ώρες.
Ο θάνατος, η καταστροφή και η δόξα παντού, ανήμερα της μεγαλύτερης γιορτής της Ορθοδοξίας. Έτσι και εδώ, στην Πάχη. Λίγο πριν τη δύση του ηλίου και από την κατεύθυνση της Κινέτας εμφανίστηκε το τελευταίο κύμα βομβαρδιστικών «Στούκας» με ξεκάθαρο αντικειμενικό σκοπό να βυθίσει τα 7 αντιτορπιλικά μας. «Χάρικεϊν» δεν υπήρχαν πια να συνδράμουν τα σκάφη μας. Ο Μάρμαντιουκ Πλατ είχε σκοτωθεί λίγες ώρες πριν, δαφνοστεφανωμένος. Τώρα θα μίλαγαν μόνο τα όπλα των πλοίων μας, οι μεγάλες ταχύτητές τους, η ελληνική ναυτοσύνη των πληρωμάτων τους. Τα 6 γλίτωσαν, το «Ψαρά» όμως όχι! Το «Ψαρά», που για τραγική ειρωνεία της τύχης, λίγη ώρα πριν τον βομβαρδισμό του, είχε λάβει σήμα από το Αρχηγείο Στόλου για συνένωσή του το βράδυ στις 23:00 με το θωρηκτό «Αβέρωφ» και κοινή πλεύση των 2 πολεμικών σκαφών προς την Αλεξάνδρεια.

Το αντιτορπιλικό «Ψαρά» μέχρι εκείνη τη στιγμή εθεωρείτο το πιο μάχιμο σκάφος του Στόλου μας, το πλήρωμά του το καλύτερο, ο κυβερνήτης του εξαιρετικός. Είχε συμμετάσχει στη βύθιση 2 υποβρυχίων, είχε βομβαρδίσει τους Ιταλούς εισβολείς 3 φορές στη Βόρειο Ήπειρο, είχε πραγματοποιήσει τη μοναδική μέχρι τότε πολεμική περιπολία του Στόλου μας στα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα, είχε κάνει χιλιάδες ναυτικά μίλια ως αντιτορπιλικό συνοδείας σε μεταφορές επιστράτων εφέδρων, υλικών, τροφίμων, πυρομαχικών και ό,τι συνόδευε το έφερνε σώο και αβλαβές στον προορισμό του.
Και τώρα, εδώ στην Πάχη, κομμένο στα 3, με νεκρούς, ακρωτηριασμένους, καμμένους, καταρρίπτει το ένα «Στούκας» μετά το άλλο και βουλιάζει περήφανα, βάλλοντας μέχρι που οι κάννες των όπλων του ψύχονται από το θαλασσινό νερό που τις καταπίνει!
37 οι νεκροί του, 55 οι τραυματίες του και 2 οι παράφρονές του από τη μάχη, σύμφωνα με την αναφορά του κυβερνήτη του που υπέβαλε στην Αλεξάνδρεια στον Αρχηγό Στόλου στις 20 Μαΐου 1941… Κολυμπούν, βγαίνουν στην ακτή, εδώ στα βράχια μας, στην παραλία του Αγίου Νικολάου, ένα πλήρωμα που ανήμερα του Πάσχα ξεκινά να ανεβαίνει τον Γολγοθά του. Εκείνη την ημέρα, και δεν θα επεκταθώ περισσότερο σε αυτό, υπήρξε πλήρωμα ηρώων λαβωμένων στην ακτή δίχως πλοίο και ηρωικά πλοία δίχως πληρώματα.
Όμως το μεγαλείο του έθνους μας, του λαού μας, του ναυτικού λαού μας και της τότε φωτισμένης ηγεσίας του Πολεμικού Ναυτικού μας, με συνοπτικές και δυναμικές κινήσεις έφερε την Ανάσταση του Στόλου μας και συνολικά 17 μονάδες του Στόλου μας έφυγαν με πορείες νότιες για συνέχεια του αγώνα.
Ο Μεγαρικός λαός, με μια εκπληκτική εγρήγορση, έρχεται εδώ στην ακτή, βοηθά τους ήρωες και ανοίγει ανήμερα του Πάσχα το Γυμνάσιο της πόλης, το στολίδι του, το αρχιτεκτονικό κόσμημα της εποχής του, εκεί που σήμερα εδρεύει το 1ο Γενικό Λύκειο Μεγάρων. Το σχολείο κατασκευάστηκε 2 δεκαετίες πριν με τα χρήματα των Μεγαριτών μεταναστών προκειμένου τα τέκνα της ιδιαίτερης πατρίδας τους, της ιστορικής πόλης των Μεγάρων, να φοιτήσουν σε ένα σχολείο πρότυπο. Το σχολείο άνοιξε παρότι υπήρχε κίνδυνος να βομβαρδιστεί άμεσα και να καταστραφεί όπως τόσα άλλα κτήρια εκείνες τις ημέρες στην Αττική και σε όλη τη χώρα. Στήθηκε λοιπόν σε ώρες εντός του σχολείου ένα στρατιωτικό νοσοκομείο, ένα ναυτικό διοικητήριο. Εκεί χειρουργούνται και περιθάλπονται οι τραυματίες. Στις σχολικές αίθουσες που οι περισσότεροι από εμάς εδώ λάβαμε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή μας, και έχουμε τόσες αναμνήσεις, σβήνουν 3 μέλη του πληρώματος του «Ψαρά».
Φτάνουμε την Τρίτη του Πάσχα, 22 Απριλίου 1941, την ημέρα του Αη Γιαννιού του Χορευταρά, την ημέρα που τα Μέγαρα είναι ωραία, όπως λέει και το δημοτικό τραγούδι. Το πλήρωμα του «Ψαρά» εντός του σχολείου μας παίρνει την ιστορική απόφαση να ακολουθήσει τον κυβερνήτη του και να μεταβεί στη Μέση Ανατολή για να συνεχίσει τον αγώνα. Ο ένας δίπλα στον άλλον, με τους σάκους στους ώμους, χωρίς προσωπικά αντικείμενα αφού όλα είχαν χαθεί μες στο πλοίο τους, αλλά με τα φιλέματα της τοπικής κοινωνίας των Μεγάρων, ξεκινούν τον δικό τους χορό, όχι της τράτας, αλλά της ξενιτιάς, της στράτας. Ανήμερα του Αη Γιώργη της Πάχης, στις 23 Απριλίου 1941, επιβιβάζονται μέσα σε πλοίο γεμάτο πυρομαχικά, διασχίζουν απροστάτευτοι τη μισή Μεσόγειο και στις 26 Απριλίου βρίσκονται στην Αλεξάνδρεια. Διάλεξαν, ο καθένας τους, τη μοναξιά της ευθύνης, ενσωματώθηκαν σε νέα πληρώματα και πλοία, πολέμησαν και για τους χαμένους τους συντρόφους και γύρισαν πίσω ξανά στην Ελλάδα ως ελεύθεροι Έλληνες πλέον, 4 χρόνια μετά.
Η Ελευθερία ήρθε, οι παλιοί εχθροί έγιναν σύμμαχοι, έγιναν οικονομικοί εταίροι και τις περισσότερες φορές πρακτικά συμπλέουμε και για το κοινό αμυντικό καλό. Η θυσία όμως των ηρώων μας, των δικών μας ανθρώπων, ένα πράγμα θα πρέπει να μας θυμίζει: η Ελευθερία σε αυτόν τον τόπο, η Ελευθερία σε αυτό το ναυτικό έθνος, δεν χαρίστηκε. Το ναυτικό έθνος μας έκανε μεγάλη υπομονή και θυσίασε πολλά και πολλούς για να τη χαιρόμαστε τώρα εμείς. Μόνο ένας ναυτικός ξέρει τι σημαίνει υπομονή, καρτερικότητα, να παλεύει για να δαμάσει τον χρόνο, τον χώρο, τα προβλήματα. Μόνο ένα ναυτικό έθνος θα καρτερούσε 400 χρόνια για να ξαναβρεί την ελεύθερη πορεία του, μόνο ένα ναυτικό έθνος, 4 χρόνια τριπλής κατοχής, θα τα αντιμετώπιζε ηρωικά και εκτός της πατρώας στεριάς και νησιών του, σε άλλες ακτές της Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής, της Βόρειας Αφρικής με τα στρατεύματά του, και στα νερά της Μεσογείου, του Ατλαντικού και του Ινδικού Ωκεανού με τα πλοία του.
Μόνο μια πατρίδα που τα εθνόσημά της είναι γαλάζια σαν τα πελάγη της, είναι γαλάζια. Αυτή είναι η απόλυτη διαχρονική ιστορική αλήθεια, γιατί η ναυτοσύνη των Ελλήνων ιστορικά έφερνε γαλήνη, έφερνε πολιτισμό, έφερνε εμπόριο, ευημερία λαών και πρόοδο ιδεών. Αυτό δεν αλλάζει όσο ο ήλιος ανατέλλει ανατολικά και δύει δυτικά, γιατί μια γαλάζια πατρίδα βάφεται με το μπλε του ουρανού και τον πολιτισμό και όχι με το κόκκινο του αίματος και τον αναθεωρητισμό.
Κλείνοντας, οφείλουμε όλοι να ψηλαφούμε τις ιστορικές διαδρομές της χώρας μας και ειδικά του τόπου μας, να λαμβάνουμε τις θυσίες των προγόνων μας ως πυξίδες, να τους μνημονεύουμε όπως εδώ σήμερα, γιατί ξέρουμε ότι οι νεκροί των Ελλήνων είναι πάντα δίπλα μας, ζωντανά παραδείγματα, πνευματικοί αρωγοί και ιστορικοί συνοδοιπόροι. Ας είναι οι ναυτικοί πεσόντες μας φύλακες άγγελοι των πολεμικών και εμπορικών μας πλοίων, και οι πεσόντες του «Ψαρά» φύλακες άγγελοι της φρεγάτας «Ψαρά» που σήμερα φυλά Θερμοπύλες, πλέοντας στο Αιγαίο, στην ιστορική Μεγαλόνησο, στην Ανατολική Μεσόγειο, στην Ερυθρά Θάλασσα, όπου η πατρίδα μας δηλώνει παρούσα.
Είθε οι ισχυρές και σύγχρονες Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, το ισχυρό και σύγχρονο Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό, μαζί με το Λιμενικό Σώμα και το παγκόσμιας κυριαρχίας ελληνόκτητο Εμπορικό Ναυτικό, να είναι το διαβατήριο για το ναυτικό έθνος των Ελλήνων και για τον 21ο αιώνα, ώστε το σκάφος του Ελληνισμού να πλεύσει ασφαλώς σε θάλασσες ειρηνικές, πολιτισμού και ευημερίας. Είθε ο ελληνικός λαός να προοδεύει και να ευτυχεί!
Είθε ο ελληνικός λαός να στηρίζει τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, όπως ο Μεγαρικός λαός στήριξε τότε τους ήρωες του Α/Τ «Ψαρά» και να είναι περήφανος γι’ αυτές.
Πλοίαρχος Παναγιώτης Λαός ΠΝ

