ΚοινωνίαΣημαντικότερα

«Οι έφηβοι δεν είναι “κακομαθημένοι” — είναι κουρασμένοι, μόνοι και συχνά αβοήθητοι»

Γράφει η Σάντυ Μωραΐτου

Τελειόφοιτη του Τμήματος Ψυχολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο

MSc «Στρατηγικές Αναπτυξιακής και Εφηβικής Υγείας», Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ

Μεταπτυχιακή φοιτήτρια Εφαρμοσμένης Αναπτυξιακής Ψυχολογίας, ΕΑΠ

Εκπαιδευόμενη Συστημικής Θεραπείας, Κέντρο «Λόγω Ψυχής»

Τις τελευταίες εβδομάδες, με αφορμή γεγονότα που συγκλόνισαν την κοινή γνώμη και αφορούν παιδιά και εφήβους, επανέρχεται έντονα ο προβληματισμός γύρω από την ψυχική υγεία και τη συναισθηματική επιβάρυνση που βιώνουν πολλοί νέοι σήμερα. Αυτοτραυματισμοί, αυτοκτονικός ιδεασμός, επικίνδυνες συμπεριφορές, χρήση αλκοόλ και μια βαθιά αίσθηση κενού εμφανίζονται όλο και συχνότερα στην καθημερινότητα εφήβων που εξωτερικά μπορεί να μοιάζουν «φυσιολογικοί» ή ακόμη και λειτουργικοί.

Πολλές φορές οι έφηβοι δεν ζητούν μια τέλεια ζωή ούτε «τέλειους» γονείς. Ζητούν να νιώσουν ότι κάποιος τους βλέπει, τους ακούει και τους καταλαβαίνει πραγματικά.

Δουλεύοντας με εφήβους, διαπιστώνω ότι πίσω από πολλές συμπεριφορές που οι ενήλικες συχνά χαρακτηρίζουν ως «υπερβολικές», «αντιδραστικές» ή «δραματικές», κρύβεται μια βαθιά ψυχική δυσφορία. Πολλά παιδιά νιώθουν έντονη μοναξιά, αδιέξοδο, απογοήτευση και μια αίσθηση ότι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις που υπάρχουν γύρω τους. Κάποια δυσκολεύονται να διαχειριστούν το συναίσθημά τους, άλλα νιώθουν ότι δεν τα καταλαβαίνει κανείς, ενώ αρκετά βιώνουν έντονη ανηδονία — μια αίσθηση ότι τίποτα δεν τα γεμίζει πραγματικά.

Οι έφηβοι σήμερα μεγαλώνουν μέσα σε έναν κόσμο συνεχούς πίεσης και σύγκρισης. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δημιουργούν συχνά την ψευδαίσθηση ότι όλοι οι άλλοι είναι πιο όμορφοι, πιο επιτυχημένοι, πιο χαρούμενοι και πιο αποδεκτοί. Πολλά παιδιά νιώθουν ότι πρέπει συνεχώς να αποδεικνύουν την αξία τους, να είναι αρκετά καλά, αρκετά δημοφιλή, αρκετά «δυνατά». Όταν όμως πίσω από αυτή την εικόνα υπάρχει ανασφάλεια, χαμηλή αυτοεκτίμηση ή συναισθηματική μοναξιά, η πίεση γίνεται δυσβάσταχτη.

Ταυτόχρονα, παρατηρείται συχνά μια υπερβολική εστίαση στην επίδοση. Οι βαθμοί, το σχολείο, οι εξετάσεις και η «επιτυχία» γίνονται σε πολλές περιπτώσεις η βασική προτεραιότητα της οικογένειας. Φυσικά και η εκπαίδευση είναι σημαντική. Όμως, όταν ένας έφηβος νιώθει ψυχικά εξαντλημένος, πιεσμένος ή συναισθηματικά μόνος, η συνεχής πίεση για επίδοση μπορεί να λειτουργήσει επιβαρυντικά αντί υποστηρικτικά.

Πίσω από μια συμπεριφορά υψηλού κινδύνου ή ακόμη και μια σιωπηλή απόσυρση, υπάρχει συχνά ένα παιδί που δεν βρήκε ασφαλή τρόπο να εκφράσει αυτό που κουβαλά. Ένα παιδί που ίσως φοβήθηκε ότι θα κριθεί, ότι θα απογοητεύσει ή ότι δεν θα ακουστεί πραγματικά. Σε αρκετές περιπτώσεις, το αλκοόλ, οι εκρήξεις θυμού, η παραβατική συμπεριφορά λειτουργούν ως μια προσπάθεια εκτόνωσης ενός εσωτερικού πόνου που το παιδί δεν ξέρει πώς αλλιώς να διαχειριστεί.

Ίσως, λοιπόν, χρειάζεται να αρχίσουμε να ακούμε περισσότερο και να φοβόμαστε λιγότερο το συναίσθημα των παιδιών. Να δίνουμε χώρο όχι μόνο στις επιδόσεις τους, αλλά και στις αγωνίες, στις αποτυχίες, στη θλίψη και στον θυμό τους. Να μην αντιμετωπίζουμε την ψυχική δυσφορία ως αδυναμία ή υπερβολή, αλλά ως ένα πραγματικό αίτημα φροντίδας και σύνδεσης.

Γιατί πολλές φορές οι έφηβοι δεν ζητούν μια τέλεια ζωή ούτε «τέλειους» γονείς. Ζητούν να νιώσουν ότι κάποιος τους βλέπει, τους ακούει και τους καταλαβαίνει πραγματικά. Και ίσως τελικά η μεγαλύτερη ευθύνη όλων μας — γονέων, εκπαιδευτικών και επαγγελματιών ψυχικής υγείας — να είναι να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε αυτά τα παιδιά να μη μάθουν απλώς να «αντέχουν», αλλά να πιστέψουν στη ζωή, στον εαυτό τους και στο δικαίωμά τους να ανθίσουν και να ονειρευτούν ξανά.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Α. Μακρυγιάννης: Δώστε μας επιτέλους αυτό που μας αξίζει!

Κιάτο: Θανάσιμος τραυματισμός Ρομά στις γραμμές του τρένου

Α. Τσελέντης: Ο Δήμαρχος Μεγαρέων αρνήθηκε το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης σεισμών

Aleka Stamatiadi