ή άλλως «Η δράση των αδελφών Κίτσου και Νικολάου Τζαβέλλα στα Μέγαρα»
(στη μνήμη του Κώστα Μιχάλαρου)
Μια παλαιά απορία μου αποτελούσε η αφιέρωση οδού στη μνήμη των εκ Σουλίου της Ηπείρου καταγομένων οπλαρχηγών, Κίτσου και Νικολάου Τζαβέλλα και μάλιστα ήδη από πολύ παλαιά, καθώς η ονοματοδοσία της οδού που κατεβαίνει από την πλατεία του Αγίου Ιωάννου του Γαλιλαίου ή κατά το κοινώς λεγόμενο Χορευταρά, εμφανίζεται στους πρώτους κιόλας χάρτες της πόλεως. Η ονοματοδοσία αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι τα δύο αδέλφια διέμειναν στην πόλη ένα ικανό χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια της Επαναστάσεως. Τα γεγονότα έχουν ως εξής και τα παραθέτω στη μνήμη του φίλου ιδεαλιστή πατριώτη Κωνσταντίνου Μιχάλαρου, του ανθρώπου που δεν ήταν απλώς εκπαιδευτικός, αλλά παιδαγωγός εν Χριστώ, του ανθρώπου που, όπως τόνισε μεταξύ άλλων ο δεσπότης μας και φίλος π. Σεραπίων στον επικήδειό του, ήξερε να προσφέρει χωρίς να κάνει θόρυβο.
Μία από τις πρώτες μέριμνες του Ιω. Καποδίστρια ως κυβερνήτου της αυτόνομης ακόμη στα 1828 Ελλάδος ήταν η μετατροπή των πρώην ατάκτων στρατευμάτων, ιδίως των ρουμελιωτικών, σε τακτικό στρατό. Η συγκρότηση τακτικού στρατού ήταν επιβεβλημένη όχι μόνο γι’ αυτόν καθαυτό τον σκοπό της αμύνης, αλλά και προκειμένου να απαλλαγούν οι επαρχίες της Πελοποννήσου από τις αυθαιρεσίες αυτών των ατάκτων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Κασομούλης, όλες οι επαρχίες της Πελοποννήσου είχαν έτοιμες για τον κυβερνήτη τόσες αναφορές και διαμαρτυρίες “όσοι χρόνοι πολλοί δεν αρκούσαν να τις διαβάζει κανείς και να αποκρίνεται” (1). Μάλιστα, ιδιαίτερα έντονη ήταν η διαμαρτυρία των κατοίκων της Κορίνθου και του Άργους, πόλεων στις οποίες έδρευαν τα κατάλοιπα του Α’ Σώματος Στρατού των Ρουμελιωτών του Καραϊσκάκη, μετά τον θάνατό του στη μάχη του Φαλήρου, που έλαβε χώρα τον Μάρτιο του 1824.
Το βαρύ έργο της οργάνωσης του στρατεύματος ο Καποδίστριας το ανέθεσε στον Δημ. Υψηλάντη, επειδή γνώριζε άριστα τα ελληνικά στρατιωτικά ζητήματα αλλά και για το ακέραιο του χαρακτήρα του. Έτσι, ο Υψηλάντης οργάνωσε το στράτευμα σε χιλιαρχίες και τις αντίστοιχες υποδιαιρέσεις τους, δηλαδή σε πεντακοσιαρχίες και εκατονταρχίες. Το πρώτο αυτό στράτευμα συγκροτήθηκε στην Τροιζήνα, όπου και κατάφεραν να στελεχωθούν τρεις χιλιαρχίες και μια πεντακοσιαρχία. Σχεδόν πάραυτα όμως ο Καποδίστριας διέταξε ο στρατός αυτός να μετακινηθεί στην Ελευσίνα και στα Μέγαρα, προκειμένου αφ’ ενός μεν να ανακουφιστούν οι κάτοικοι της Πελοποννήσου από την καταπίεση των Ρουμελιωτών κι αφ’ ετέρου να βρίσκεται εγγύτερα στην Στερεά Ελλάδα, στην οποία ακόμη διεξάγονταν μάχες. Υπενθυμίζεται εδώ ότι ο οθωμανικός στρατός είχε ήδη αποσυρθεί από την Πελοπόννησο, προκειμένου να ενισχυθούν τα μέτωπά του στον πόλεμο της Υψηλής Πύλης με τη Ρωσία (1828-1829), όχι όμως και από την Στερεά Ελλάδα, καθώς η συνοριογραμμή του νεοσύστατου κράτους δεν είχε ακόμη καθορισθεί και η Τουρκία επεδίωκε να διατηρήσει υπό τον έλεγχό της κάποια σημαντικά φρούρια (2) Οι σχηματισμοί αυτοί έδωσαν τον καθιερωμένο όρκο προς τον Καποδίστρια στις 16 Απριλίου στα Μέγαρα και στις 26 Απριλίου στην Ελευσίνα αντίστοιχα, με τον κυβερνήτη να παραδίδει στους σχηματισμούς τις σχετικές πολεμικές σημαίες (3).
Βασιζόμενοι στον κατά έξι χρόνια μεταγενέστερο χάρτη της πόλης, που είχε συνταχθεί από τον J. Beck, οφείλουμε να υποθέσουμε ότι ο πρώτος αυτός τακτικός στρατός στρατοπέδευσε στην περιοχή νοτίως του ρέματος του πρώην εργοστασίου Ερκίς(4). Ενδεικτικό της σπουδαιότητος, αλλά και του μεγέθους αυτού του στρατοπέδου αποτελεί το γεγονός ότι αποκαλέσθηκε Γενικόν Στρατόπεδον Μεγάρων. Να τονισθεί εδώ ότι ο ίδιος ο Καποδίστριας επισκέφθηκε το Γενικόν Στρατόπεδον των Μεγάρων συνολικά δύο φορές. Εκεί συσσωρεύθηκε μια δυσανάλογα μεγάλη για τις αντοχές της πόλεως στρατιωτική δύναμη, αν αναλογισθούμε ότι ο πληθυσμός των Μεγάρων κατά την εποχή αυτήν δεν ξεπερνούσε τις 2.000 άτομα, καθώς στην περιοχή συγκεντρώθηκαν όχι μόνο οι τρεις νεοσυσταθείσες στην Τροιζήνα χιλιαρχίες, αλλά και η δεύτερη μοίρα του άλλοτε Α’ Σώματος της Στερεάς Ελλάδος, που έως τότε πολεμούσε στο Λιδωρίκι. Λίγο αργότερα άρχισαν να μαζεύονται στα Μέγαρα και τα θεσσαλομακεδονικά στρατεύματα, που προέρχονταν από τις Βόρειες Σποράδες και κατόπιν τα υπολείμματα των ατάκτων και των οπλαρχηγών, που είχαν πάρει μέρος στην εκστρατεία της Χίου. Από τους οπλαρχηγούς της επαναστάσεως γνωρίζομε πλέον ότι στο Γενικό Στρατόπεδο των Μεγάρων ήταν η έδρα των Κίτσου και Νικολάου Τζαβέλλα, οι οποίοι ήταν επικεφαλής χιλιαρχίας και πεντακοσιαρχίας αντίστοιχα, τελώντας κατά κάποιον τρόπον ως στρατοπεδάρχες καθ’ όλον τον χρόνο υπάρξεως του στρατοπέδου. Η συρροή, συνεπώς, ενός τόσο μεγάλου τόσο αντικειμενικά, όσο και για τα δεδομένα των Μεγάρων, στρατιωτικού σώματος αποτελούσε έναν διαρκή κίνδυνο για τους κατοίκους τόσο της πόλεως όσο και των κοντινών περιοχών(5). Πράγματι, οι πρώτες οχλαγωγίες δεν άργησαν να ξεσπάσουν στα Μέγαρα, όταν η διοίκηση καθυστέρησε την καταβολή μισθών και σιτηρών στο στράτευμα (6) αίτημα που εκπληρώθηκε με την παρέλευση μικρού χρονικού διαστήματος (7).
Δυστυχώς όμως τον ίδιο κιόλας μήνα προέκυψε ο πρώτος σοβαρός κίνδυνος για τη σύσταση του στρατοπέδου. Τότε, εκδηλώθηκε στην Ύδρα επιδημία βουβωνικής πανώλης, που κατά πάσα πιθανότητα είχε μεταφερθεί από μεταφερμένους στο νησί εγκλείστους Έλληνες αιχμαλώτους της Μεθώνης και της Κορώνης. Παρά τα μέτρα, που έλαβε ο Καποδίστριας, η επιδημία κατάφερε να περάσει στην Αργολίδα κι από εκεί να γενικευθεί. Τα Μέγαρα πολύ σύντομα έγιναν εστία της ασθένειας με τους κατοίκους της να αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την πόλη και να καταφεύγουν στη χερσόνησο Τυχώ, απέναντι από τη Σαλαμίνα, που επί των ημερών μας ονομάζεται Ήρεμο Κύμα. Στην πόλη μετέβη αμέσως από τον Πόρο ο Ελβετός ιατρός Louis Andre Gosse, ο οποίος διέταξε την άμεση έξοδο των αρρώστων από τα σπίτια και την κατασκήνωσή τους κάτω από τη σκιά των φυλλωμάτων και μάλιστα σε απόσταση έξι ποδών του ενός από τον άλλον. Εκτός από την υγεία των κατοίκων, ο Καποδίστριας κατά βάση πανικοβλήθηκε για την κατάσταση του Γενικού Στρατοπέδου των Μεγάρων, στο οποίο καθήκοντα αρχιάτρου ασκούσε ο Γάλλος ιατρός Blondeau. Ο Gosse παρέμεινε στα Μέγαρα έως ότου ενέσκηψε στον Πόρο νέος κακοήθης πυρετός, που τον ανάγκασε να επιστρέψει(8).
Στο στρατόπεδο των Μεγάρων στρατοπέδευαν οι ελληνικές δυνάμεις έως και τις 11 Αυγ. 1829, όταν και έλαβαν διαταγή από τον Καποδίστρια να εκστρατεύσουν στις επαρχίες Λιδωρικίου και Μαλανδρίνου, προκειμένου να εμποδίσουν τους Τούρκους να μεταφέρουν τρόφιμα στην φρουρά της Ναυπάκτου(9). Στο αμέσως επόμενο διάστημα σύνολο το αρτισύστατο Ελληνικό Πεζικό ανασυγκροτήθηκε. Δεν είναι της παρούσης η αναλυτική αναφορά των αλλαγών αυτών. Αυτό που προέχει είναι το γεγονός ότι από τον Οκτώβριο του 1829 κι εξής το Γενικόν Στρατόπεδον των Μεγάρων μετατράπηκε σε στρατόπεδο εκπαιδεύσεως, με την εκπαίδευση να διαρκεί σαράντα ημέρες(10). Δυστυχώς, δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε μέχρι πότε η συγκεκριμένη περιοχή στα νότια του ρέματος των Μεγάρων παρέμεινε έδρα στρατιωτικής εγκατάστασης. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η εμφάνισή του στον χάρτη του J. Beck αποτελεί terminus ante quem της υπάρξεώς του.-
Γιώργος Ρώμας
Αρχαιολόγος
Σημειώσεις:
- Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων, τ. 2, σ. 689.
- Απ. Βακαλόπουλος, Ο κυβερνήτης Ιω. Καποδίστριας και το πρώτο ελληνικό κράτος (1828-1831), σσ. 99-106
- Στρατιωτικός Κανονισμός 900-21, Η Ιστορία του Πεζικού, σ. 46
- Γ. Ρώμας, Τοπογραφικά Μεγάρων, εφ. Ενημέρωση, φ. 1540, 9ης Μαρτίου 2025.
- Απ. Βακαλόπουλος, έ.α., σσ. 106-107
- Κασομούλης, έ.α, τ. 3, σσ. 79-85.
- Ελένη Βελώνη, Τα Μέγαρα κατά την Καποδιστριακή περίοδο, Μέγαρα Κοιτίδα Ελληνισμού, σ. 128
- Ἄπ. Βακαλόπουλος, έα., σσ. 164-169.
- Απ. Βακαλόπουλος, έα., σσ. 122-123
- Στρατιωτικός Κανονισμός 900-21, Η Ιστορία του Πεζικού, σ. 49

