«….ο Ντώκινς μας θέλει Άγγλους, ο Ρουγάν Γάλλους, ο Κατακάζης Ρούσους, και δεν αφήσατε κανέναν Έλληνα –πήρε ο καθείς σας το μερίδιόν του και μας καταντήσατε μπαλαρίνες σας.Και μας λέτε ανάξιους της λευτεριάς μας, ότι δεν την αιστανόμαστε».
Ι. Μακρυγιάννης
«Όχι στον γλοιώδη πνευματικό νεοπλουτισμό των μορφωμένων μας και την μειονεξία τους απέναντι στους ξένους»
Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ
Ο Πολίτης έχει ψαχνό, είναι κοινωνός, δεν είναι ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ.
Ο Ελληνορωμηός δεν κυνηγάει ιδεοληψίες και δεν χρεώνεται ιδεολογίες.
Ο Τρόπος μας διδάσκει τη μόνη διαδικασία που επιτρέπει η Θέωσή μας: ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΙΑΣ, ΤΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ.
Κανείς δεν γεννιέται Ελληνας, κι αν δεν αυτοδιοριστείς, η δεν σε διορίσουν ξένα αφεντικά, τότε ξέρουμε ότι από τότε που ψιθύρισε τη γέννα μας ο ποιητής εκεί στις αμμουδιές του Ομήρου, να ΄σαι Ελληνορωμηός, είναι ή τρόπαιο ή αγγαρεία. Κατάσταση ή θεσμός ,πάντως, δεν είναι. Τι είναι; Μανικός έρως του φτυστού προς τον φτυστό. Κι αφού είμαστε φτυστοί, να μην αβασκαθούμε, μπορούμε να φτύνουμε ο ένας τον άλλον. Αυτό είναι το πρώτο μάθημα, που έδωσε τούτη η γή στον κόσμο.
Αυτογνωσία ντόπια, επιστήμη οικουμενική. Τους φτυστούς αυτούς, «λένε ανθρώπους σημαντικούς, και καλό καν΄νε και κακό… Σώνουν πατρίδα, στο καλό, στο κακό, βλάβουν άτομα. Ο ανθρωπος είναι και δια το καλό και δια το κακό. Όταν κάνη λίγο κακό και μεγάλο καλό, ο Θεός τον συχωράγει.» μας λέει ο Μακρυγιάννης.
Εδώ, υποψιαστήκαμε πρώτοι και χειρότεροι ότι επειδή είμαστε τόσο κοντοχωριανοί στην όψη, στη βρώση και στην πόση, ώστε καμιά ψυχή και καμιά συμμορία δεν είναι καλύτερη από την άλλη.
Γι΄αυτό η άποψη η δική μου πρέπει να κοιτάει προς την όψη, προς την άποψη του διπλανού. Αποψη προς όψιν. Είμαστε πρόσωπα, δεν είμαστε δομές, είμαστε ποιητές.
Οι δομές έπονται,.
Είμαστε χτίστες, δεν είμαστε κτιστά ντουβάρια θεσμών. Ακτιστοι πρωτομάστορες στα καθημερινά, τα χθεσινά και αυριανά μας, δίνουμε λογαριασμό μόνον στην ΕΝΘΕΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ που μας έχει ΚΤΙΣΕΙ.
Για τ΄άλλα όλα, λογοδοτούμε, στις μεταξύ μας συναλλαγές ίσοι μεταξύ ομοίων, διεκδικώντας την αυθεντικότητά μας με αγάπη, με δόλο, με απάτη κι όταν όλα αυτά δεν περνάνε, τότε περνάμε νικημένοι εμείς και σοφοί, στο ΠΕΡΙΠΟΥ.
Το περίπου, είναι το δεύτερο μάθημα, που δίνει στους ύστερους τούτη η ποιήτρια γή.
Και η αυτογνωσία φέρνει την καθολική γνώση:
«Μη μίαν την αρετήν, επεί εξ ανομοίων η πόλις».
Ναι, δεν μπορεί να είναι μία και επιβεβλημένη η αρετή, αφού ο καθένας μας είναι ανεπανάληπτος, ανεκδιήγητος και απύθμενος. Αρα δεν μπορεί να υπάρξει ενιαίος ζουρλομανδύας που να μαντρώνει μέσα όλους τους μονάκριβους.
Ο Ελληνορωμηός υποψιάστηκε πρώτος και χειρότερος, ότι είναι ο εν σαρκί περιπολών θεός. Εστω παρακατιανός θεός. Και σε ποια τάξη να βάλλεις το θεό.
Και επειδή ο μεγαλοπόνηρος Ελληνορωμηός θεός είναι δαιμόνιος, βρήκε τη συνταγή για να τακτοποιήσει την θεία αταξία του: ΟΜΟΥ, ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ, φτάνουμε να πετύχουμε το ΠΕΡΙΠΟΥ. Ομού οι φαύλοι, οι αλιτήριοι, οι καραγκιόζηδες και οι λεχρίτες, ομού και οι μέτριοι, οι νερόβραστοι, τα θύματα, ομού και οι αετονύχηδες, τα καμάκια αιέν οι θεόπνευστοι και οι νταβατζήδες, νυν και οι ανέραστοι και οι θεούσες. Και οι δίκαιοι και οι λοιποί και οι λειψοί. Τότε συγκραθέν και τουρλού, όλο αυτό το σκυλολόϊ, όλες αυτές των Ελλήνων οι κοινότητες με σημαίες και με γιουρούσια, με ευεργεσίες κάνουν τον νέο και αρχαίο και δισσό Λοξία. Ο Λοξίας κράμα δισσών λόγων , διπλών αληθειών.
«Πολίται ,χρη λέγειν τα καιρια..»Πολίται λέει. Και τα καίρια μπορούν να ψέλνονται μόνον από πολίτες, ακόμα και τα ανεπίκαιρα καίρια, που μόνον πολίτες τα μπολιάζουν ζωή: ελευθερούτε έδη, ελευθερούτε θήκας τε προγόνων, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα γλυκύτερον πράμα δεν είναι άλλο από την ΠΑΤΡΙΔΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΘΡΗΣΚΕΙΑ.
Ο Τρόπος μας απορρίπτει την μονότροπη φτώχεια της μιάς ερμηνείας. Δεν επωάζει μονές σημασίες και δεν αφήνεται στην οκνηρία μιας άβουλης αιτιοκρατίας, κούφιας μοιρολατρείας.
Είναι η μέθοδος της αρχέγονης και ατελείωτης προσωπικής ΕΥΘΥΝΗΣ, κι η ΕΥΘΥΝΗ φωτίζει ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ τον άνθρωπο μέσα στην ένθεη, ποιητική του κοινότητα. Ο Τρόπος μας δεν αναγνωρίζει αναπόφευκτη πορεία προς την πρόοδο και τις χαζοχαρούμενες ουτοπίες. Ο Τρόπος μας θυμάται την μέθοδό του που δεν υπερβαίνει ποτέ το ανυπέρβλητο: «πολλά τα δεινά, κ΄ουδέν ανθρώπου δεινότερον..» Και επειδή ο άνθρωπος είναι μια αιχμή ελευθερίας που καταδιώκει το φώς, ο τρόπος μας χαίρεται το δίκηο του ενός και αγάλλεται για το άδικο του άλλου προλαβαίνοντας τη φρίκη του αδέκαστου ονειροκρίτη. Διότι ένας τέτοιος κριτής βουλιάζει μοιραία στην επιστημολογία, που στηρίζει την ατομική του νεύρωση. Ο Τρόπος μας δείχνει πως δεν μπορώ να είμαι εγώ τελείως δίκαιος και εσύ εντελώς άδικος. Όλοι φταίμε και όλοι παρά λίγο να μη φταίγαμε.
ΠΕΡΙΠΟΥ. Ολοι πηγαινοέρχονται λοξά κανείς δεν είναι ίσιος. Διότι όλοι μας κι αυτός κι ο πέρα κι ο πλησίον ψηνόμαστε υπό των τριών Μεγίστων ηττηθέντες: υπό ΤΙΜΗΣ, ΔΕΟΥΣ ΚΑΙ ΩΦΕΛΕΙΑΣ. Σε φοβάμαι, θέλω να με τιμάς με Τιμές, εις βάρος σου βρίσκω το όφελός μου. Κι η τιμή σου τιμή δεν έχει, κι έτσι με αντιμάχεσαι με τα ίδια μέγιστα. Είμαστε αμοιβαία νικημένοι από την κοινή μας πτώση. Δεν έχει πλοίο για σε και για μένα στην πόλη των οπλιτών-πολιτών, δεν έχει οδό στην πόλη των οπλιτών-πολιτών. Ο Τρόπος μας, μας νουθετεί: μην ψάχνετε καταφύγιο σε απρόσωπες δομές, σε ταξικές διαφορές και άλλα ηχηρά παρόμοια. Καμιά πάλη των πολιτών ,των τάξεων δεν φτάνει στην ανέκκλητη κραυγή ελευθερίας του πολίτη προς πολίτη. Και δεν υπάρχει βέβαια, μια εκλεκτή τάξη, που καταργεί μέσα από το μίσος της δομής της, όλες τις τάξεις μαζί, προσφέροντας με τον εμφύλιο σπαραγμό μέσα στο μίσος , την τελική εντέλλεια. Τέτοιες άσαρκες σκιές ειδώλων εκκρίνουν εκτοπλάσματα. Ο τρόπος μας μας σωφρονεί να σεβόμαστε το Δέος, την Τιμή και την Ωφέλεια του πλησίον. Μας συνηθίζει στη σύνεση, δηλαδή στο αντίπαλο Δέος. Αρχή σοφίας, φόβος Κυρίων , οπλιτών-πολιτών. Και οι πολίτες γίνονται αίσιοι οιωνοί, όταν δεν είναι άοπλοι στις μεταξύ τους σχέσεις. Αυτή είναι η ελληνότροπη μέθοδος της φρόνιμης μέθης. Είναι φρόνιμη, γιατί ξέρει ότι ο πολίτης μέσα στην αγορά είναι πάντοτε οιονεί απειλή ή βέβαιη συμφορά για τον διπλανό του. Η Εκκλησία του Δήμου φέρεται και άγεται από τον δημαγωγό και τον καυγά τον επαγωγό. Η Εκκλησία του Δήμου είναι φιλονικία, δεν είναι εκκλησία του άνω Δήμου, δεν είναι φιλία. Μην ξεχνώντας τη φρίκη του συναγελασμού την μετριάζει γιατί μας διδάσκει την ΙΣΟΠΑΛΙΑ, ΤΗΝ ΙΣΗΓΟΡΙΑ, την ΙΣΗ ΑΔΙΚΙΑ και την επιμερισμένη σε όλους ΑΡΕΤΗ Ή ΑΘΛΙΟΤΗΤΑ. Επιμένει να είναι σώφρων, αλλά και μανία. Μας ξέρει Λοξίες, αλλά ισόθεους, μας μαθαίνει ότι είσαι, ότι είμαι ο εν σαρκί περιπολών θεός. Ο Τρόπος μας είναι η περίπολος των καραγκιόζηδων θεών, που αν θέλουν, είναι ελεύθεροι να μπορούν, να είναι ΦΙΛΟΙ. Καμία πρόφαση δεν σήκωσε ποτέ ο τρόπος μας, για να προφασιστούμε, ότι μπορεί να είναι απρόσωπες δομές, κρυμμένοι πίσω από οθόνες δομών που επικαθορίζουν η μηδενίζουν τη λεβεντιά του ατόμου. Διότι ο Ελληνορωμηός έχει διδαχτεί από τη μήτρα-τρόπο του, πως λογαριασμό δεν μπορείς να ζητάς από τις διαδικασίες, ούτε από τις διαρθρωτικές αλλαγές, ούτε από τον τρόπο παραγωγής των υλικών όρων ζωής και τέτοια άλλα μετά τα φυσικά. Τα φυσικά για τον τρόπο μας, είναι το δούναι-λαβείν, χέρι-χέρι. Εμείς μπροστάρηδες του καημού μας και νεκροθάφτες πάλι εμείς της πίστης που μας πιστώνει η ένθεη κοινότητα. Τα μετά τα φυσικά είναι όταν ψάχνουμε για προφάσεις: Δεν είμαι έτσι εγώ, με έκαναν , με ετεροκαθορίζουν οι παραγωγικές, δυνάμεις, και οι παραγωγικές σχέσεις. Ποιες δυνάμεις και ποιες σχέσεις; Τρέχα γύρευε. Ο Ελληνορωμηός δεν κυνηγάει ιδεοληψίες και δεν χρεώνεται ιδεολογίες, δεν καταλαβαίνει από διαδικασίες αφύσικες, γιατί ο τρόπος του έμαθε, ότι τα βάζει κανείς με ανθρώπους, το πολύ-πολύ με δικαστές, αν δεν φοβάται ή γίνεται διάδικος ο ίδιος. Καυγατζής η αναχωρητής πάντα έχει σάρκα και οστά. Η διαδικασία είναι άσαρκη, ανεύθυνη. Ο πολίτης έχει ψαχνό, είναι κοινωνός, δεν είναι ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ. Ο τρόπος μας διδάσκει τη μόνη διαδικασία που επιτρέπει η θέωσή μου: την διαδικασία της ΠΡΩΤΙΑΣ, της ΕΥΘΥΝΗΣ και της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ . Φταίω, κι αν δεν φταίω εγώ, κάποιος φταίει, αλλά κάποιος που αναπνέει ,που ιδρώνει, που τον γλεντάει τον μπεκρή μεζέ και τον χέζει. Ή φταίμε και οι δύο, ή δεν φταίει κανείς μας. Αλλά προς Θεού! Δεν υπάρχει, πριν ,ή μετά, κάποια άϋλη δομή, κάποια κίνηση χωρίς σώμα, που να μην έχει 37 βαθμούς θερμοκρασία, όταν είναι στα καλά του. Ο πολίτης-οπλίτης της κοινότητας, γνωρίζει ότι την ιστορία την κάνει πάντοτε η σωματοψυχή που κλαίει και γελάει, τυραννάει και τυραννιέται, πεθαίνει και είναι αθάνατη. Ήρθε ο καιρός που ο τρόπος μας, σε ασκεί σε ταπεινή υπεροψία. Γίνεσαι υπομονή και δύναμις, πάσχεις την ταπείνωσή σου και κερδίζεις το σβήσιμο του πάθους. Γιατί το νοιώθουν πιά οι αντίπαλοι σύντροφοι της αγοράς: η επιδίωξη της νίκης, είναι αμοιβαία ήττα, διαιωνίζει την νεύρωση του πόθου και του πόνου μέσα στην ιδεολατρεία και την τρομοκρατία.. Μηχανορραφώ νίκες όταν δεν έχω νικήσει μέσα μου τον δαίμονα του φόβου. Μην προσπαθήσεις να περάσεις τη ζωή σου μισώντας και έχοντας φόβο. Μη νίκην ζητούντα, αλλ΄αδελφών διόρθωσιν. Είναι ο νόμος που επιτρέπει να μεθάει με την απάθεια της νίκης πάνω στη νίκη του. Η επιδίωξη της νίκης πολλαπλασιάζει τους γρήγορους θανάτους. Πέρα της νίκης και της ήττας, πέρα από την ισοπαλία και τον συμβιβασμό η ΔΙΑΚΟΝΙΑ. Η διακονία είναι η πολιτική επιστήμη των ωραίων, αφού ψάχνει την καταλλαγή της τιμής, του δέους και της ωφελείας, αυτών των μεγίστων ΕΡΙΝΝΥΩΝ, που νικούν τους ισόθεους πολίτες. Ο Ανθρωπος οφείλει να μη μάχηται, να μη ανατρέπει την ευδαιμονία των λοιπών Ανθρώπων, ώστε να συστήση την ιδίαν, αλλά να λογίζηται έν μέλλος της συμπολιτείας, επομένως να αγαπά, να συντρέχη ο,τι αφορά την συμπολιτείαν, και να αποτρέπη ό,τι ανατρέπει, ο,τι βλάπτει αυτήν. Η διακονία ανατρέπει την σύγκρουση μεταξύ ομοίων, ακυρώνει την πάλη των συμφερόντων, τον θανατηφόρο ανταγωνισμό τους, διακονεί ακόμη και ο νικητής μέσα στη φρίκη της νίκης, όταν προσπαθεί να αμβλύνει τη νίκη του, διακονεί και ο ηττημένος, όταν πασχίζει να μετριάσει την οργή του. Τότε σμίγουμε σε κοινωνία: κοινωνία πολιτική, η γάρ πολιτεία ,φιλικόν.
Είναι απλό. ΕΤΣΙ ΑΓΓΙΖΕΙΣ ΤΟΝ ΑΨΗΛΑΦΗΤΟ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΣΕ ΨΗΛΑΦΗΣΕΙ ΠΙΑ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ. Ο. Ελύτης: «Αυτά στη γλώσσα τη δική μου . Κι άλλοι άλλα σ΄άλλες». Οι άλλοι οι αριστερο-προοδευτικοί ευρωγενίτσαροι της «Προστασίας», άλλα γράφουν κι λένε σε άλλες γλώσσες.
Λ. ΜΠΙΣΤΑΡΑΚΗΣ

