Πολιτισμός Σημαντικότερα

Τα Μέγαρα μέσα από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους & τον Tύπο την περίοδο 1824-1899

Ομιλία της Ελένης Ρήγα στην ημερίδα που διοργανώθηκε από την Αντιδημαρχία Πολιτισμού Δήμου Μεγαρέων, με θέμα την Τοπική Ιστορία πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την Ελληνική Επανάσταση την Κυριακή 24 Οκτωβρίου στο Δημαρχείο Μεγάρων.

 Στον τουρκοκρατούμενο ελληνισμό, κατά τα τέλη του 18ου και αρχές του 19ου αιώνα, ακόμη δεν υπάρχει οργανωμένη εκπαίδευση. Η εκκλησία είχε αναλάβει την παιδεία και η λειτουργία των σχολείων εξαρτιόταν από τις οικονομικές δυνατότητες της εκάστοτε τοπικής κοινωνίας.

Στα τέλη του 18ου αι., στην Ευρώπη, γεννήθηκε η αλληλοδιδακτική μέθοδος, η οποία προέκυψε από την άρνηση του κράτους της πιο ανεπτυγμένης βιομηχανικά χώρας της Μ. Βρετανίας, να αναλάβει το κόστος μιας υποχρεωτικής και δωρεάν λαϊκής εκπαίδευσης.

Έτσι η εκπαίδευση στηρίχθηκε στον εθελοντισμό των ίδιων των μαθητών, αφού οι ίδιοι οι μαθητές, οι πιο προχωρημένοι, δίδασκαν τις μικρότερες τάξεις, με τον δάσκαλο να έχει εποπτικό ρόλο, επιλέγοντας τους καλύτερους για αυτή τη θέση, τους πρωτόσχολους.

Αυτός που πρωτοεφάρμοσε την αλληλοδιδακτική μέθοδο ήταν ο Andrew Bell, σκωτσέζος αγγλικανός κληρικός σε ένα στρατιωτικό άσυλο στις Ινδίες για ορφανά από ευρωπαίους γονείς, όταν ανέλαβε τη διεύθυνση του ασύλου το 1787.

Επιστρέφοντας στην Αγγλία πρότεινε αυτή τη μέθοδο, η οποία υιοθετήθηκε από κάποια σχολεία σε βιομηχανικές περιοχές.

Αλλά ο Joseph Lankaster ήταν  το 1801, ο πρώτος που δίνει σε αυτή την παιδαγωγική μέθοδο την τελική της μορφή και με το όνομα λανκαστερική μέθοδος εισάγεται στη Γαλλία.

Από το 1810 και η Γαλλία λοιπόν αρχίζει να ενδιαφέρεται για την αλληλοδιδακτική μέθοδο με κύριο υποστηρικτή της το Ναπολέοντα. Το 1815, ο Υπουργός Εσωτερικών της Γαλλίας, Lazare Carnot, στέλνει αναφορά προς το Ναπολέοντα, το πρώτο επίσημο έγγραφο υπέρ αυτής της μεθόδου διδασκαλίας, η οποία και τελικά υιοθετήθηκε.

Το 1824 εμφανίζεται στο Παρίσι η πρώτη μορφή επιθεωρητή. Πρόκειται για τον Michel Sarazin, ο οποίος θέλοντας να δώσει μία ομοιομορφία στα σχολεία, έγραψε το «Εγχειρίδιο των δημοτικών σχολείων ή Έκθεση της αλληλοδιδακτικής μεθόδου»(«Manuel des écoles élémentaires ou Exposé de la method denseignement mutuel»)[1], το οποίο πρωτοδημοσιεύθηκε το 1829και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και στα ελληνικά.

Στην πορεία όμως αμφισβητήθηκε ως παιδαγωγική μέθοδος και το 1833 με το νόμο Guizot εισάγεται η συνδιδακτική μέθοδος, γερμανικής έμπνευσης.

Αποτέλεσμα, κατά την εικοσαετία 1830-1850 η αλληλοδιδακτική μέθοδος υποχωρεί σε όλη Ευρώπη.

Πριν την Επανάσταση του 1821 ο πρώτος που εφάρμοσε την αλληλοδιδακτική μέθοδο ήταν ο Γεώργιος Κλεόβουλος, από την Φιλιππούπολη, ο οποίος την είχε διδαχθεί στην Γαλλία, την είχε εφαρμόσει το 1819 σε σχολείο στο Ιάσιο της Μολδαβίας, στην Οδησσό και τέλος στην Ελλάδα, στη Σύρο και τον Πόρο.

Το 1819, επίσης λειτούργησε στη Μάνη το πρώτο αλληλοδιδακτικό σχολείο από το Χριστόφορο Περραιβό, ενώ το 1820 η αλληλοδιδακτική μέθοδος εισάγεται στα Ιόνια  Νησιά από τον Αθανάσιο Πολίτη.

Στις 16 Μαρτίου 1822, η Πελοποννησιακή Γερουσία, τοπικό διοικητικό όργανο που ιδρύθηκε στις 26 Μαΐου 1821, από τη Συνέλευση των Καλτεζών, με έδρα τη Στεμνίτσα και Πρόεδρο τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη,αναγγέλλει την ίδρυση αλληλοδιδακτικού σχολείου στην Τριπολιτσά «δια της Λανκαστερίου μεθόδου». [2] Σφραγίδα της Πελοποννησιακής Γερουσίας (26 Μαΐου 1821- 30 Μαρτίου 1823).

Η Β’ Εθνοσυνέλευση στο Άστρος το 1823, στο κεφάλαιο Ι, άρθρο πζ΄ του Νόμου της Επιδαύρου, εισάγει επίσημα στην επικράτεια τη μέθοδο ως εξής: «Συστηματικώς να οργανισθή η εκπαίδευσις της νεολαίας και να εισαχθή καθ΄όλην την επικράτειαν η αλληλοδιδακτική μέθοδος από την Διοίκησιν». [3]

Ωστόσο ο πόλεμος για την ανεξαρτησία άφησε πίσω του ερημωμένες πόλεις και εξαθλιωμένους πολίτες, των οποίων πρώτη μέριμνα δεν ήταν η παιδεία αλλά η επιβίωση.

Τον Απρίλιο του 1827, η Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας επιλέγει με 7ετή θητεία ως πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδος τον Ιωάννη Καποδίστρια, ένθερμο υποστηρικτή της καθολικής εφαρμογής της αλληλοδιδακτικής μεθόδου στα σχολεία.

Με το διάταγμα 1032/12-07-1830, αριθμ. 68, ο Καποδίστριας, μετά από πρόταση του Ιωάννη Κοκκώνη, εισάγει την αλληλοδιδακτική στα σχολεία και εφαρμόζεται ο Οδηγός με τίτλο «Εγχειρίδιο δια τα αλληλοδιδακτικά σχολεία ή Οδηγός της αλληλοδιδακτικής μεθόδου υπό  Σαρατζίνου», τον οποίο έγγραψε ο Ιωάννης Κοκκώνης, μαθητής του Sarazin στο Παρίσι, όπου σπούδασε Παιδαγωγικά.

Με το «Νόμο περί δημοτικών σχολείων» στις 3 Μαρτίου 1834 [4], που εμφανίζεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, αριθμ. 11, και αποτελεί ιδρυτικό νόμο για τα Δημοτικά Σχολεία μπαίνουν τα θεμέλια για την Α/θμια Εκπ/ση.

Αφού είδαμε εν περιλήψει πώς και πότε ξεκίνησε η πρωτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα ας δούμε μέσα από τα αρχεία, τι γινόταν στην περιοχή μας και ειδικότερα στα Μέγαρα.

Με επιστολή του στην «Εφημερίδα Αθηνών», Αρ.60, στις 23  Απριλίου 1825, η οποία δημοσιεύθηκε την 1η Μαΐου 1825, [5] ο Έπαρχος Νικόλαος Νάκης μας ενημερώνει πως αποφασίστηκε να συσταθεί στα Μέγαρα «Επαρχιακόν σχολείον της Αλληλοδιδακτικής μεθόδου ύστερα από συνεισφορά από τα κοινά των χωριών, από τα εν τη Επαρχία Μοναστήρια και ατομικώς γρόσια 3.330».

Και συνεχίζει ο Έπαρχος στην επιστολή του πως εδιορίσθησαν οι κατώθι Επίτροποι:

 

1. ο στρατηγός Δ. Ευμορφόπουλος
2. Νικόλαος Νάκης
3. Ιωάννης  Χ. Μελέτης
4. Ι. Μπουτάκης
5. Αναγνώστης Στέφας εκ Κουντούρων
6. Ο Σακελάριος &
7. Πρωτόπαππας εκ Μεγάρων
8. Γεώργ. Λογοθέτης
9. Αναγνώστης Τζιγκάρης εκ Περαχώρας
10. κυρ Αναγνώστης εκ Βίλιας
11. κυρ Δημήτριος
12. Χ. Αναγνώστου εκ Μπίσιας
Ταμίας ο φιλογενέστατος κυρ, Γιάν. Χ. Μελέτη

 

Διαπιστώνουμε λοιπόν πως από πολύ νωρίς οι κάτοικοι των Μεγάρων, κληρικοί και λαϊκοί, ενδιαφέρθηκαν για τη μόρφωση των παιδιών τους συνεισφέροντας χρήματα.

Στην ίδια εφημερίδα, «Εφημερίς Αθηνών», στο φύλλο Αριθμ. 61, της Τρίτης 5 Μαΐου 1825, [6] γίνεται «Καταγραφή των συνδρομητών της εν Μεγάροις Επαρχιακής Σχολής της Αλληλοδιδακτικής Μεθόδου». Και αναφέρονται οι εξής περιοχές με τα αντίστοιχα ποσά:

 

 

Τα Μέγαρα: 200 γρόσια
Τα Κούντουρα: 200  γρ.
Η Περαχώρα: 170  γρ.
Η Βήλια: 50 γρ.
Η Μπήσα: 50 γρ.
ΣΥΝΟΛΟ: 670 γρ.

 

Και προστίθενται και τα Μοναστήρια της Επαρχίας:

 

Η Φανερωμένη: 500 γρόσια
Ο Άγιος Μελέτιος: 300 γρ.
Το Κυπαρίσσι: 75 γρ.
Το Μυρίννι: 25 γρ.
Ο Άγιος Ιωάννης: 20 γρ.
Το Πράθι: 50 γρ.
Τα Καλά Νησιά: 100 γρ.
ΣΥΝΟΛΟ: 1740 γρόσια

 

Στον αριθμό 52 του Έτους ΣΤ’ του Φύλλου με τίτλο «Γενικής Εφημερίς της Ελλάδος», με ημερομηνία 11 Αυγούστου 1831, [7] αναφέρεται πως «καταβάλλονται τώρα τα θεμέλια άλλων [αλληλοδιδακτκών σχολείων] εις Θήβας και Μέγαρα».

Σε αρχείο που χρονολογείται από τις 17 Ιουλίου 1846 και υπογράφει ο Έξαρχος Μεγαρίδος, με τίτλο «Καταστατικός έλεγχος του Δημοτικό Σχολείου Μεγάρων» [8] μαθαίνουμε πως τελικά το σχολείο χτίσθηκε το 1838 «υπό του Δήμου».

Οι πληροφορίες που αντλούμε είναι σημαντικές: το σχολείο χωρά 160 μαθητές/τριες, αλλά τη δεδομένη στιγμή φοιτούσαν 128 και μάλιστα ήταν μεικτό, αφού φοιτούσαν και «12 κοράσια» ποσοστό 9%.

Σύμφωνα με την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, Αριθμ.11/1834, και τα άρθρα 23-30, στο κεφάλαιο Γ΄ «Περί μισθοδοσίας των δημοδιδασκάλων» προβλέπεται το χρηματικό ποσό για κάθε δημοδιδάσκαλο, ανάλογα τον τόπο όπου διδάσκει και την τάξη:

Στο άρθρο 23, διαβάζουμε:«Ο ελάχιστος όρος των μηνιαίων δημοδιδασκαλικών μισθών είνε:

 

1. Των κατά νομούς δημοδιδασκάλων: 100 δρχ.
2. Των κατ΄επαρχίας: 90 δρχ.
3. Των δημοδιδασκάλων β’ τάξεως και των υποδιδασκάλων: 80 δρχ.
4. Των δημοδιδασκάλων γ’ τάξεως: 50 δρχ.»

 

Ο δημοδιδάσκαλος, σύμφωνα με το άρθρο 24 του ίδιου αριθμού της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, «εκτός του σταθερού μηνιαίου, θέλει παραχωρείται [εις έκαστον δημοδιδάσκαλον] ανέξοδος κατοικία και δυο στρέμματα τουλάχιστον κήπου ή καλλιεργήσιμου γης, προς επικαρπίαν του· δι’έκαστον δε παίδα θέλουν τω δίδεσθαι μηνιαίως από το δημοτικόν ταμείον 10-50 λεπτά. Οι γονείς των παίδων θέλουν αποδίδει εις το δημοτικόν ταμείον τα δίδακτρα ταύτα».

Από το αρχείο όμως του 1846, μαθαίνουμε πως ο συγκεκριμένος δημοδιδάσκαλος μισθοδοτείται κατά το ήμισυ τακτικά από την Κυβέρνηση, ενώ το άλλο ήμισυ «ατάκτως ένεκα ανέχειας του Δημοτικό Ταμείου», ενώ λαμβάνει δίδακτρα από τους γονείς των μαθητών/τριών του. Επίσης του έχει παραχωρηθεί παρά του Δήμου άμισθη κατοικία.

Σε άλλο αρχείο που χρονολογείται από τις 14 Σεπτεμβρίου 1847 με τίτλο «Δημοτικόν Σχολείον του Δήμου Μεγάρων της Επαρχίας Μεγαρίδος», [9] οι πληροφορίες που μας παρέχονται είναι πλούσιες:

 

1. Ο πληθυσμός των Μεγάρων το 1847 ήταν 3.302 κάτοικοι.
2. Ο διετελέσας Δήμαρχος, κατά την κατασκευή του διδακτηρίου του Δημοτικού Σχολείου ήταν ο Αθανάσιος Μάρκελλος.
3. Το σχολείο, επιβεβαιώνεται πως χτίστηκε το 1838.
5. Ο αριθμός των φοιτούντων μαθητών ήταν 180, εκ των οποίων 135 αγόρια και 15 κορίτσια
16. Ο διδάσκαλος έλαβε «ελευθέραν κατοικία παρά της κοινότητας» και
17. «κατά το άρθρο του Νόμου […] εισπράττει πέντε δραχμάς κατά μήνα εξ έκατον πεντήκοντα μαθητάς» ενώ
15. «όλοι οι δημοτικοί μισθοί από την 1η Ιανουαρίου του καθυστερούνται».
19. Τέλος αναφέρονται τα ονόματα των Επιτρόπων του σχολείου που είναι οι:

Αθανάσιος Μάρκελλος, Παπασταμάτης Πρωτόπαππας και Θεοδόσιος Πάγκαλος.

 

Το αρχείο υπογράφει Εξεταστική Επιτροπή, των οποίων όμως τα ονόματα δεν καταφέραμε να βρούμε.

Σε αρχείο της 16ης Αυγούστου 1847, [10] με τίτλο «Ονομαστικός κατάλογος των αριστευσάντων μαθητών του Δημοτικού Σχολείου Μεγάρων», αναφέρονται τα ονόματα 68  μαθητών/τριών  που αρίστευσαν κατά το σχολικό έτος 1846-1847. Από τους 128 εγγεγραμμένους μαθητές/τριες, εκ των οποίων 9% ήταν κορίτσια, αρίστευσαν οι 68, ποσοστό (53%). Από αυτούς, 61 ήταν αγόρια (90%) και 7 κορίτσια ποσοστό (10%).

Στο άρθρο 58 του Φύλλου αριθμ. 11/1834, του θεμελιώδους νόμου για τα δημοτικά σχολεία, αναφέρεται: «Τα σχολεία των κορασίων, όπου τούτο είνε δυνατόν, πρέπει να ήνε χωριστά από τα των παίδων, να προΐσανται δε αυτών διδασκάλισσαι».

Αυτό όμως δεν εφαρμόστηκε στα Μέγαρα μέχρι το 1853, όπου πια στην «Εφημερίδα των Μαθητών» έτος Α’, αριθμός 37, 1 Ιουλίου 1853, σελ 147, [11] δημοσιεύεται η Εγκύκλιος του Υπουργού Παιδείας, Σταύρου Βλάχου «Περί  αποχωρήσεως των αρρένων από τα κοράσια εις τα δημοτικά σχολεία» της 10ης Σεπτεμβρίου 1952 και από τότε αρχίζει ο διαχωρισμός των σχολείων σε αρρένων και θηλέων.

Δεν έχουμε βρει στοιχεία για το πότε δημιουργήθηκε το πρώτο σχολείο θηλέων στα Μέγαρα, αλλά ξέρουμε πως 30 χρόνια αργότερα, το 1883, λειτουργούσε ένα μόνο θηλέων. Το 1883, το Υπουργείο Παιδείας αποστέλλει επιθεωρητές σε όλη την επικράτεια, για να μελετήσουν την κατάσταση της δημοτικής εκπαίδευσης. Στην επαρχία Μεγαρίδος, έρχεται ο επιθεωρητής Μιλτιάδης Βρατσάνος και δίνει αναλυτικά στοιχεία [12] για τον κάθε ένα από τους πέντε δήμους της επαρχίας: τον Δήμο Ελευσίνας, Ερυθρών, Ειδυλλίας, Μεγάρων και Σαλαμίνας. Από τον επιθεωρητή Βρατσάνο μαθαίνουμε πως από τους 5 Δήμους της Μεγαρίδας, μόνο αυτός των Μεγάρων μιλάει ελληνικά: «… πάντες οι κάτοικοι…», όπως λέει  ο ίδιος, ενώ οι υπόλοιποι είναι αλβανόφωνοι.

Και στους 5 Δήμους, υπήρχαν 14 Δημοτικά Σχολεία, 8 αρρένων και 6 θηλέων, εκ των οποίων στη Μεγαρίδα 3 αρρένων και 1 θηλέων. Σε σύνολο 461 μαθητών/τριών τα αγόρια ήταν 392 (ποσοστό 85%) και τα κορίτσια 69 (ποσοστό 15%).

Συγκρίνοντας με τους άλλους Δήμους, ο Δ. Μεγάρων έρχεται στην τελευταία θέση σε σχέση με τον αριθμό των κοριτσιών που φοιτούν:

 

Δ. Ελευσίνας: 219 αγόρια (45%) 270 κορίτσια (55%) ΣΥΝΟΛΟ: 489
Δ. Ερυθρών: 180 αγόρια (58%) 131 κορίτσια (42%) ΣΥΝΟΛΟ: 321
Δ. Ειδυλλίας: 108 αγόρια (70%) 46 κορίτσια (30%) ΣΥΝΟΛΟ: 154
Δ. Σαλαμίνας: 299 αγόρια (59%) 210 κορίτσια (41%) ΣΥΝΟΛΟ: 509
Δ. Μεγάρων: 392 αγόρια (85%) 69 κορίτσια (15%) ΣΥΝΟΛΟ: 461

 

Συγκρίνοντας τους 5 Δήμους της Επαρχίας της Μεγαρίδος, παρατηρούμε το ποσοστό των κοριτσιών που συμμετέχουν στην Α/θμια Εκπ/ση είναι δραματικά μικρό 15% του συνόλου των φοιτησάντων, αφού το ποσοστό άλλων Δήμων κυμαίνεται από 30% έως 55%.

Ήδη από το 1869, ο Υπουργός επί των Εκκλησιαστικών & της Δημόσιας Εκπαιδεύσεως, Αντώνιος Μαυρομιχάλης, σε έκθεση του «Περί της καταστάσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος και της δημοσίας παιδεύσεως από του 1866 άχρι τέλους Δεκεμβρίου 1868», την οποία βρίσκουμε στην «Εφημερίδα των Φιλομαθών», Έτος ΙΖ, αριθμ. 690-691, σελ 1701, 16 Ιανουαρίου 1869, [13] εκφράζει την ανησυχία του για το θέμα της εκπαίδευσης των κοριτσιών εστιάζοντας στη μεγάλη ευθύνη των γονέων: «Ότι δε φαίνεται λυπηρόν είναι ότι τα δια κοράσια σχολεία, εν τοις χωρίοις μάλιστα, δεν ευδοκιμούσι και δεν αυξάνουσι, και ολίγη παρατηρείται προαίρεσις των γονέων προς την εκπαίδευσιν των κορασίων των…».

 

Η ανώτερη εκπαίδευση στην Ελλάδα θεσπίστηκε με τα υπ’αριθμ. 86/31-12-1836 και 16/24-04-1837 Φύλλα της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως [14], αμέσως μετά την άφιξη του Όθωνα.

Να υπενθυμίσουμε εδώ πως το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα με τους νόμους 11/1834 & 87/1836 ήταν βασισμένο στο γαλλικό και γερμανικό πρότυπο με την εκπαίδευση να διακρίνεται σε 4 βαθμίδες:

 

1. Το τετρατάξιο δημοτικό σχολείο [ΦΕΚ 11/834, άρθρο 8]
2. Το τριτάξιο Ελληνικό σχολείο [ΦΕΚ87/1836, άρθρο 3]
3. Το τετρατάξιο γυμνάσιο [ΦΕΚ87/1836, άρθρο 64]
4. Το Πανεπιστήμιο [ΦΕΚ 16/1837]

 

Στα Μέγαρα, η σύσταση Ελληνικού Σχολείου λαμβάνει χώρα με το Διάταγμα 5 του αριθμ. 33/1846 του Φύλλου της «Εφημερίδας της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος», με ημερομηνία 31 Δεκεμβρίου  1846 [15] και μάλιστα συγκαταλέγεται μεταξύ των πρώτων.

Διαβάζουμε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως: «Μέχρις ότου απεφασίσθη οριστικώς ο αριθμός των ελληνικών σχολείων, υπό  νέου νόμου, συνιστώνται προς το παρόν νέα Ελληνικά Σχολεία εις τας ακολούθους πόλεις· Μέγαρα, Αίγιναν, Γαλαξείδιον, Αταλάντην, Λοιδορίκι, Αγρίνιον, Βάλτο, Άργος, Αίγιον, Τρίκαλα, Νησίον, Κορώνην, Στεμνίτσαν, Γύθειον, Μυκώνον, Σέριφον, Κέαν, Κύθνον, Καρυστίαν.

Εις τα σχολεία ταύτα θέλουσι διορισθή εις ή δύο διδασκάλοι κατά την ανάγκην των περιστάσεων και το πλήθος των μαθητών».          

Όπως είδαμε, η υποχρεωτική εκπαίδευση διαρκούσε συνολικά επτά έτη, η φοίτηση δηλαδή στο δημοτικό ήταν επταετής: τέσσερα χρόνια στο δημοτικό σχολείο και τρία χρόνια στο Ελληνικό σχολείο.      

Παρόλο που από το 1834, με το νόμο «Περί δημοτικών σχολείων», κατοχυρώνεται νομοθετικά το δικαίωμα των κοριτσιών στην Α/θμια Εκπ/ση, όπως συμβαίνει παράλληλα και σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο, στα Μέγαρα θα αργήσει πολύ να εφαρμοστεί στην πράξη, δημιουργώντας μια κοινωνική ανισότητα, βασιζόμενη αποκλειστικά στον βιολογικό διαχωρισμό των φύλων. Κι ενώ με αυτό το νόμο αναγνωρίστηκε η ανάγκη παροχής της βασικής εκπαίδευσης στα κορίτσια, δεν κατοχυρωνόταν πουθενά η δευτεροβάθμια εκπαίδευσή τους, θεωρώντας την θέμα ιδιωτικού ενδιαφέροντος. Έτσι. Μέχρι τις αρχές του 20 αι., η μέση εκπαίδευση των κοριτσιών παρέμενε σε δραματικά χαμηλό επίπεδο.

Κατά την έρευνά μας για την αποψινή ομιλία τα στοιχεία που προέκυψαν ήταν πολλά και πολύτιμα. Για την οικονομία όμως του χρόνου, περιοριστήκαμε στα στοιχεία που αφορούν στην εκπαίδευση και ελπίζουμε να μπορέσουμε να τα παραθέσουμε με την πρώτη  ευκαιρία.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Γ. Μαρινάκης: Θλίψη και θρήνος για τις φονικές πλημμύρες

Στο τσακ πρόλαβαν το δάσος στο Αλεποχώρι

Λ. Κοσμόπουλος: “Το πρώτο βήμα για το μεγάλο έργο νέας χάραξης του δρόμου Αλεποχωρίου”