Πολιτισμός Σημαντικότερα

Η ταυτότητα των Μεγάρων κατά την προεπαναστατική και επαναστατική περίοδο μέσα από τις μαρτυρίες των περιηγητών και των φιλελλήνων

Oμιλία της Φιλολόγου-Ιστορικού Ελευθερίας Σαμούρη-Βόρδου στην ημερίδα που διοργανώθηκε από την Αντιδημαρχία Πολιτισμού Δήμου Μεγαρέων, με θέμα την Τοπική Ιστορία κατά την επανάσταση, την Κυριακή 24 Οκτωβρίου στην αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου στο Δημαρχείο Μεγάρων.

Η Ιστορία ως καταγραφή των γεγονότων, των συνθηκών και γενικότερα των δράσεων του ανθρώπινου πολιτισμού αποτελεί τον αδιαμφισβήτητο θεματοφύλακα της μνήμης. Η μνήμη διατηρείται, εμπλουτίζεται και ανανεώνεται μέσα από τις πηγές, τις μαρτυρίες, την έρευνα και συντροφεύει την πορεία της κοινωνίας στο μέλλον. Ποια είναι όμως η σημασία της διατήρησης της ιστορικής μνήμης; Το έργο της καταγραφής της είναι κοπιώδες, απαιτητικό και κάποιες φορές επώδυνο. Πόσα γεγονότα, πολιτικές αποφάσεις, συμπεριφορές και στερεότυπα θα προτιμούσαμε να ξεχάσουμε κλειδωμένα στις ανοριοθέτητες αίθουσες του Χρόνου; Πόσες εμπειρίες από το παρελθόν ξυπνούν ένστικτα που ο Άνθρωπος πασχίζει διαχρονικά να τιθασεύσει, και επαναφέρουν τον πόνο ή την αποτροπή, την ματαιότητα ή την αποτυχία;

Παράλληλα όμως, η ιστορική μνήμη διασώζει τα επιτεύγματα της γνώσης, την καλλιέργεια του ταλέντου, τις επιτυχίες των πειραματισμών, την κατοχύρωση των δικαιωμάτων, τη δικαίωση ενάντια στην εκμετάλλευση και την αδικία και γενικότερα την επιβεβαίωση της εξέλιξης του ανθρώπινου πολιτισμού. Συνολικά, το αμάλγαμα της διαχρονικής ανθρώπινης δράσης με τις  ήττες και τις νίκες του που καλείται ‘Ιστορία’ δεν εξαντλεί την προσφορά του στη διατήρηση της μνήμης. Αναμφίβολα, η διδακτική σημασία της Ιστορίας είναι δυναμική και διαπλάθει σε κάθε εποχή και κοινωνία τη σκέψη, τα πρότυπα και τις αξίες. Όμως, πέρα από τα όρια της γνώσης η Ιστορία συμβάλλει στη διαμόρφωση της ταυτότητας. Η ιδιοπροσωπία ενός Έθνους, η συνεκτική εικόνα που διαθέτει σε συνάφεια με το παρελθόν του είναι η πιο πολύτιμη και συγχρόνως πιο ανθεκτική προσφορά της ιστορικής του μνήμης. Ο Γκαίτε γράφει: «Πρέπει να είσαι κάτι, προτού γίνεις κάτι.»

Η ιστορική αυτογνωσία, η ταυτότητα του ελληνικού έθνους ήταν ίσως η πιο ουσιαστική αποστολή του κινήματος του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Η μακραίωνη Οθωμανική κυριαρχία σε όλα τα εδάφη με ελληνικό πληθυσμό είχε εξαντλήσει σημαντικά τις αντοχές αλλά και τις ανοχές του έθνους. Ο συστηματικός εξισλαμισμός είχε βλάψει καίρια την πληθυσμιακή εξάπλωση και την οικονομική ανάπτυξη των μη μουσουλμανικών λαών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Πολιτικές όπως το Παιδομάζωμα και η βαριά φορολογία εξανάγκαζαν τους υπόδουλους πληθυσμούς σε συρρίκνωση ή μετανάστευση με προορισμό τη Δύση. Ως αποτέλεσμα διαμορφώθηκαν και αναπτύχθηκαν δύο ξεχωριστές όψεις της ελληνικής ταυτότητας. Στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η ελληνική γλώσσα, η χριστιανική θρησκεία, η επιβίωση των αρχαίων ηθών και εθίμων και η επαφή με τα μνημεία του αρχαίου κόσμου λειτούργησαν ως δεσμοί συνοχής με την ελληνικότητα παρά τις αντιξοότητες και τις συνεχείς πιέσεις από τον κατακτητή για την απώλεια της.

Στο εξωτερικό, στις χώρες της Δύσης, όπου οι ελληνικές παροικίες ευημερούσαν οικονομικά απορροφώντας αφειδώς τη δυναμική της ανόδου της αστικής τάξης, νεαροί Έλληνες επένδυαν στην αναζήτηση της γνώσης κατά τα πρότυπα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και στην τριβή με τις πολιτικές θεωρίες που ενέπνευσαν η Γαλλική και η Αμερικανική Επανάσταση. Η αυγή του 19ου αιώνα ξημέρωσε ζυμώσεις και ανατροπές σχετικές με κάθε πτυχή του ατομικού και κοινωνικού βίου. Οι έννοιες του «Έθνους» και του «πολίτη» αναδεικνύονται και ο Ρομαντισμός και ο Νεοκλασικισμός στην Τέχνη προετοιμάζουν σταθερά τη γέννηση των νέων επαναστάσεων στην Ευρώπη.

Η Δύση ανακαλύπτει μέσα από μια νέα, σαφώς πιο παθιασμένη οπτική τις αξίες του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Ρομαντικοί ποιητές, νεοκλασικοί ζωγράφοι, ιστοριοδίφες και λόγιοι επιχειρούν μια πνευματική και πολιτιστική ανασκαφή στο ελληνικό παρελθόν αναζητώντας τη συνέχεια του στο δικό τους παρόν. Με τη θέρμη που διακρίνει τους προσκυνητές και την περιέργεια των εξερευνητών καταφτάνουν στην Οθωμανική αυτοκρατορία για να περιηγηθούν στην υπόδουλη Ελλάδα του Θουκυδίδη, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη. Ακολουθώντας τα αρχαία μονοπάτια του Στράβωνα, του Παυσανία, του Βιργιλίου ενθουσιάζονται μπροστά στα μνημεία που άντεξαν στη φθορά και απογοητεύονται όταν αντικρίζουν σκόρπια ερείπια ή την απόλυτη ερήμωση. Με την πένα, τη σμίλη και τον χρωστήρα τους ανασταίνουν το αρχαίο κάλλος μέσα στη θλίψη και τη σιωπή της οθωμανικής κατοχής και μας δίνουν μια ξεχωριστή οπτική της ελληνικής ταυτότητας.

Στα έργα τους ανακαλύπτουμε μια αγνή ευαισθησία και μια τρυφερότητα, καθώς προσπαθούν να συνδέσουν το παρόν με το παρελθόν. Η συνέχεια του ελληνισμού μοιάζει να είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την συνέχεια του ευρωπαϊκού πολιτισμού, γεγονός αντιληπτό και από το εύρος της προέλευσης και της μετακίνησης των περιηγητών στο χάρτη.

Το κοινό προφίλ τους είναι η αριστοκρατική καταγωγή, η κλασική παιδεία με άρτια γνώση της λατινικής και της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, αλλά και η οικονομική άνεση που απαιτούνταν για τέτοια δύσκολα, μακρινά και πολυέξοδα ταξίδια. Το πέρασμα τους από μέρη ελληνικά θα ανανεώσει το διεθνές ενδιαφέρον για τους υπόδουλους Έλληνες και θα ενισχύσει την πίστη των ίδιων των Ελλήνων απέναντι στην Ιστορία και την ταυτότητα του Έθνους τους.

Η ιστορική συνέχεια, που μάταια οι Οθωμανοί επιχείρησαν συστηματικά να εξαλείψουν, αναβιώνει και οι περιηγητές με τις γνώσεις τους αναπαράγουν τους αρχαίους μύθους φωτίζοντας τους διψασμένους πνευματικά Έλληνες. Η επίγνωση της διαφορετικότητας και η συνειδητή αποδοχή της ταυτότητας θα εκφραστούν με το έργο των μεγάλων διαφωτιστών του Γένους, όπως ο Κοραής, ο Ρήγας, ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Η πρώτη επανάσταση θα συντελεστεί στο πνεύμα, γιατί «όποιος συλλογάται ελεύθερα, συλλογάται καλά».

Λέξεις αραβικής προέλευσης, όπως ‘ραγιάς’, δηλαδή σκλάβος, και ‘γκιαούρης’, δηλαδή άπιστος, αποτελούν την ταυτότητα που αποδίδουν οι Οθωμανοί στους μη μουσουλμάνους υπηκόους της αυτοκρατορίας. Στοιχείο διάκρισης αποτελεί το θρήσκευμα και όχι η εθνική προέλευση. Στα οθωμανικά έγγραφα κυριαρχεί ο όρος ‘άπιστοι’ ως αναφορά στις μη μουσουλμανικές μειονότητες αδιακρίτως εθνικής προέλευσης είτε πρόκειται για Έλληνες, Εβραίους, Αρμένιους ή Βούλγαρους. Άλλωστε, στη βάση του θρησκεύματος έγκειται η διάκριση στο νομικό πλαίσιο της Οθωμανικής διοίκησης με τους μουσουλμάνους να έχουν ενισχυμένα δικαιώματα και σαφώς λιγότερες υποχρεώσεις συγκριτικά με τους μη μουσουλμάνους υπηκόους που φέρουν το φορολογικό βάρος και αντιμετωπίζονται μεροληπτικά στα δικαστήρια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της εύθραυστης και υποτιμημένης ζωής του ραγιά αποτελεί ο κεφαλικός φόρος γνωστός και ως ‘Χαράτσι’. Από τα δώδεκα έτη έως το θάνατο τους οι χριστιανοί εξαγόραζαν με τον ετήσιο αυτό φόρο τη ζωή τους και το δικαίωμα στην πίστη τους, ενώ στην απόδειξη που έπαιρναν στα χέρια τους μετά την πληρωμή αναγραφόταν: «ο φέρων το παρόν έχει την άδειαν να φέρη επί έν έτος την κεφαλήν επί των ώμων του».

Στην Αττική και συγκεκριμένα στην περιοχή της Μεγαρίδας η παρουσία των Οθωμανών ήταν σκιώδης. Ωστόσο, τα Μέγαρα ως χερσαίο πέρασμα από την Αττική στην Πελοπόννησο και με λιμάνια τόσο στον Σαρωνικό όσο και στον Κορινθιακό κόλπο αντιμετώπιζαν συχνά τις συνέπειες από τη διέλευση των οθωμανικών στρατευμάτων και από τις συχνές επιδρομές των πειρατών που ο George Wheler αποκαλεί Corsairs δηλαδή Κουρσάρους.

Λόγω της γειτνίασης με την Αθήνα τα Μέγαρα υπέφεραν πολλά δεινά κατά τους Βενετουρκικούς πολέμους. Η χειρότερη καταστροφή που υπέστη η πόλη συνέβη κατά τη διάρκεια του ΣΤ’ Βενετοτουρκικού πολέμου. Το 1687 και αφού είχε κατοχυρώσει την κατάκτηση της Πελοποννήσου με την ίδρυση του βασιλείου του Μορέως ο Βενετός Ναύαρχος Φραντσέσκο Μοροζίνι κατά την πορεία των στρατευμάτων του προς την Αθήνα πυρπόλησε τα Μέγαρα. Σύμφωνα με τις πηγές(Chandler σελ.241) η πόλη καταστράφηκε ολοκληρωτικά, καθώς ο Μοροζίνι ήθελε να ελέγχει κάθε κίνηση από την Αθήνα προς την Πελοπόννησο αποτρέποντας τις Οθωμανικές δυνάμεις να ανασυνταχθούν σε μια τόσο σημαντική περιοχή όπως τα Μέγαρα.

Η στρατηγική σημασία της Μεγαρίδος διακρίνεται στο όνομα που απέδιδαν στην περιοχή αυτή εκείνα τα χρόνια. Στο βιβλίο του ‘Μεγαρείς και Δερβενοχωρίται’ ο Μελέτιος Μπεναρδής γράφει: «Οι κάτοικοι των Μεγάλων Δερβενίων είναι οι πολλαχού αναφερόμενοι από όλους τους Ιστορικούς με το όνομα Δερβενοχωρίται. Σε ορισμένες περιπτώσεις ονομάζονται και Στενοχωρίται». Σε έγγραφα της εποχής ως Δερβενοχωρίτες υπογράφουν οι κάτοικοι που διαμένουν στα Μέγαρα, στην Περαχώρα, τα Βίλλια και τα Πίσια. Η λέξη Ντερβέν, τουρκικής προέλευσης, προσδιορίζει τη στενή διάβαση διαμέσου ορεινών όγκων και αντιστοιχεί προς την ελληνική λέξη ‘κλεισούρα’. Η στρατηγική θέση των Δερβενίων ήταν τόσο σημαντική, ώστε ο Δράμαλης, όταν πέρασε τα Μεγάλα Δερβένια, δηλαδή τη Μεγαρίδα, διεμήνυσε στην Κωνσταντινούπολη ότι έγινε κυρίαρχος όλης της Πελοποννήσου.

Η υποβάθμιση και ο διαρκής αγώνας για επιβίωση ως επακόλουθα της κατάκτησης καθήλωσαν την περιοχή σε πολιτιστική παρακμή. Οι ξένοι περιηγητές αναγνωρίζουν στους Μεγαρείς έναν αγροτικό πληθυσμό αμιγώς ελληνικό εμμένοντας στα εθνικά χαρακτηριστικά της γλώσσας, της θρησκείας και της αναβίωσης των αρχαίων τους εθίμων.

Ο Ζακόμπ Σπον γιατρός και αρχαιολόγος από τη Λυών της Γαλλίας ήταν γνωστός για τις περιηγήσεις και τις μελέτες του πάνω στα αρχαία ελληνικά και ρωμαϊκά μνημεία. Κατά το διάστημα 1675-1676 ταξίδεψε στην Ιταλία, την Ελλάδα και την Κωνσταντινούπολη μαζί με τον φίλο του βοτανολόγο Τζωρτζ Γουίλερ. Τις μνήμες και τις εμπειρίες του από το ταξίδι τις κατέγραψε στο οδοιπορικό του με τίτλο ‘Voyage d’Italie, de Dalamatie, de Grece et du Levant’. Εκεί αναφέρεται με δυο εκτενή αποσπάσματα στα Μέγαρα του 17ου αιώνα και στην ταυτότητα των Μεγαρέων.

Συγκεκριμένα, ο Σπον αφηγείται ότι το πρώτο βράδυ κατέλυσε σε ένα μεγαρικό σπίτι, όπου ‘πνίγηκε από τον καπνό,’ καθώς οι καπνοδόχοι δεν χρησιμοποιούνταν στα Μέγαρα, αλλά ο καπνός έβρισκε διαφυγή είτε από την πόρτα είτε από μια τρύπα στην οροφή. Το Χάνι, δηλαδή το πανδοχείο, που βρήκε στην πόλη ο Σπον ήταν άθλιο και ακατάλληλο για διαμονή.

Την επόμενη μέρα αναζήτησαν μαζί με τον Γουίλερ τις αρχαιότητες των Μεγάρων. Τα μνημεία που συνάντησαν τα αποτύπωσαν σε έναν υποτυπώδη χάρτη της περιοχής. «Αυτό το μέρος» γράφει «έχει διατηρήσει το αρχαίο του όνομα. Έχει κάποια μορφή χωριού, αλλά τα σπίτια είναι πρωτόγονα με τοίχους γκρεμισμένους, επιδιορθωμένους με σπαράγματα από τα αρχαία ερείπια ή χτισμένους με μείγμα από πηλό και άχυρα ξεραμένα στον ήλιο. Υπάρχουν περίπου 300 με 400 σπίτια χτισμένα πάνω σε δύο λόφους πολύ κοντά το ένα στο άλλο και δεν ξεπερνούν σε ύψος τον έναν όροφο. Όλοι οι κάτοικοι είναι Έλληνες και είναι πιστοί στις παραδόσεις τους.»

Αυτή η πληροφορία σχετικά με την ελληνικότητα των Μεγαρέων είναι ιδιαίτερα σημαντική αν λάβουμε υπόψη μας τον εκτεταμένο και επίμονο εξισλαμισμό που είχε προηγηθεί κατά τον 15ο και 16ο αιώνα, αλλά και τις εγκαταστάσεις άλλων πληθυσμών στις γύρω περιοχές , όπως οι Αρβανίτες. Για να πιστοποιήσει τα λεγόμενα του ο Σπον παραθέτει ένα περιστατικό στο οποίο ο ίδιος ήταν παρών.  «Είδα έναν ασθενή με πλευρίτιδα, ο οποίος δεν άργησε να πεθάνει, καθώς αρνούνταν να φάει κρέας και αβγό, επειδή ήταν η περίοδος της Μεγάλης Σαρακοστής. Το σπουδαίο με τους Μεγαρείς είναι ότι χωρίς να τους επιβάλλει κανείς τη νηστεία νέοι, γέροι, άρρωστοι, πεινασμένοι δεν δέχονται να απαλλαγούν από αυτή.» Η θερμή χριστιανική πίστη τους υπήρξε ο πυλώνας στον οποίο στηρίχτηκε η ελληνικότητα τους σε μια εποχή τόσο εχθρική που θα μπορούσαν να την είχαν απολέσει έστω και συγκυριακά. Η εκκλησία συνδέει την τοπική κοινωνία με τη γλώσσα του Ευαγγελίου και η συνέχιση των αρχαίων εθίμων κρατά ζωντανό το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα.

Κατά την περίοδο 1738-1739 ακολουθώντας το όλο και αυξανόμενο ρεύμα των περιηγητών της Ευρώπης καταφτάνει στην περιοχή ο John Montague ο 4ος Κόμης του Σάντουιτς. Ο Μόντακιου ταξιδεύει πρώτα στη Σαλαμίνα, όπου αναφέρεται στην μονή Φανερωμένης και στην κτηματική περιουσία που διέθετε το μοναστήρι στα Μέγαρα και που αποτέλεσε αργότερα την πρόφαση για την κατασκευή του τείχους της Αγίας Τριάδας. Η μονή εκείνη την εποχή έμοιαζε με φρούριο και αριθμούσε συνολικά σαράντα μοναχούς. Ο Μόντακιου ξεκινά την αναφορά του στα Μέγαρα με τον μύθο της Σκύλλας, κόρης του βασιλιά Νίσου και το ειδύλλιο της με τον Μίνωα που την οδήγησε στην προδοσία.

Είναι προφανές ότι οι περιηγητές πάντα προβαίνουν στη σύνδεση ενός τόπου με τους μύθους και την αρχαία ιστορία του, προκειμένου να τον ταυτοποιήσουν. Για τον Μόντακιου τα Μέγαρα είναι οι μύθοι του βασιλιά Νίσου και της σωτηρίας του Μεγαρέα από τους γερανούς, αλλά και τα σημαντικά μνημεία τους όπως η κρήνη του Θεαγένη με το νερό της αφιερωμένο στις Σιθνίδες νύμφες, αλλά και ένας ναός δίπλα στην κρήνη αφιερωμένος στη θεά Άρτεμη. Αναφέρεται με θαυμασμό στο χάλκινο άγαλμα της θεάς, αλλά και στα αγάλματα των δώδεκα θεών του Πραξιτέλη που κάποτε κοσμούσαν την πόλη.

Υποστηρίζει ακόμα ότι οι Μεγαρείς του 18ου αιώνα ήταν απόγονοι των Δωριέων, όπως αποκαλύπτουν τα έθιμα και το γλωσσικό τους ιδίωμα. Πεζός κατευθύνεται προς τον λόφο Καρία, όπου κάποτε υψωνόταν ο ναός του Ολυμπίου Διός, ενώ ξεχωρίζει ως αξιομνημόνευτους δύο ναούς αφιερωμένους στη Δήμητρα. Από το πλήθος των αρχαίων ναών που καταγράφει ο Μόντακιου στο ιστορικό παρελθόν των Μεγάρων, εύκολα αντιλαμβανόμαστε ότι οι κάτοικοι υπήρξαν διαχρονικά θεοσεβείς, πιστοί αλλά και τυπικοί στις λατρευτικές τους συνήθειες. Ακολουθούν οι αναφορές στην καταστροφή των Μεγάρων από τα περσικά στρατεύματα του Μαρδόνιου, η συμμαχία με τη Σπάρτη, οι έριδες με την Αθήνα, οι πόλεμοι με την Κόρινθο που αφήνουν στον αναγνώστη την εντύπωση μιας πόλης ιδιαίτερα σημαντικής και ισχυρής στο παρελθόν.

Με λόγια που τονίζουν την αντίθεση με την παρελθούσα δύναμη και το αρχαίο κάλλος  ο Βρετανός περιηγητής αναφέρεται έπειτα στην πόλη που ανακαλύπτει ο ίδιος στο δικό του παρόν. «Παρόλο που διατήρησε το αρχαίο όνομα της» γράφει «τώρα πια αυτή η πόλη δεν είναι άλλο από ένα φτωχό, δυστυχισμένο χωριό με εκατό περίπου σπίτια ή πιο σωστά χαμόσπιτα. Οι κάτοικοι είναι πολύ εργατικοί, απασχολούμενοι ολοκληρωτικά με την καλλιέργεια της γης τους. Και πραγματικά η γη ανταποδίδει τους κόπους τους δίνοντας τους παραγωγή αρκετή για τους ίδιους αλλά και για να εμπορευτούν.» Ο Τζον Μόντακιου έφτασε στα Μέγαρα τον Αύγουστο του 1738, όταν οι ντόπιοι αλώνιζαν το στάρι τους. Οι εικόνες που μας μεταφέρει είναι αντιπροσωπευτικές της ήρεμης αγροτικής ζωής στην ύπαιθρο του 18ου αιώνα και αποκαλύπτουν τις μεθόδους καλλιέργειας της εποχής: «Τον καιρό που φτάσαμε στα Μέγαρα αλώνιζαν τα σιτηρά τους. Στις αρχές του Αυγούστου άνδρες, γυναίκες και παιδιά εγκαταλείπουν το χωριό και σηκώνουν μικρές καλύβες με κλαδιά δέντρων στο ύπαιθρο. Αυτή είναι η κατοικία τους μέχρι το στάρι να συγκεντρωθεί στις αποθήκες τους. Ξεχωρίζουν τον καθαρό καρπό του σιταριού με τον ακόλουθο τρόπο: διαλέγουν ένα μέρος όπου το έδαφος είναι πολύ ομαλό χωρίς πέτρες. Στο μέσο τοποθετούν ένα ξύλο στο οποίο δένουν μαζί 4 ή 5 άλογα αφήνοντας ανάμεσα στο παλούκι και το κοντινότερο άλογο μια απόσταση 4 γιάρδες (περίπου 3,5 μέτρα). Έπειτα, απλώνουν τα σιτηρά σε όλο το μέρος που θα πατήσουν τα άλογα κι ύστερα τα μαστιγώνουν ώστε να κρατούν συνεχώς έναν καλό ρυθμό. Έτσι, τα άλογα με τα πόδια τους κάνουν καλύτερο διαχωρισμό από ότι οι πέντε πιο δυνατοί αλωνιστές. Έπειτα, θάβουν τον καρπό σε ειδικά πηγάδια μέχρι να τον χρειαστούν».

Ο Ρίτσαρντ Τσάντλερ (Richard Chandler), Άγγλος αρχαιοδίφης ταξίδεψε στην Ελλάδα και τη Μικρά Ασία το διάστημα 1764-1766 μαζί με τον αρχιτέκτονα Νίκολας Ρίβετ (Nicholas Revett) και τον ζωγράφο Ουίλιαμ Παρς (William Pars). Σκοπός τους ήταν να εντοπίσουν, να καταγράψουν και να αποτυπώσουν τα αρχαία μνημεία που διασώζονταν στα τουρκοκρατούμενα ελληνικά εδάφη. Στις εντυπώσεις του για τα Μέγαρα αναφέρει: «Τα Μέγαρα, όπως και η Αθήνα, βρίσκονται σε μια απόσταση από τη θάλασσα. Το λιμάνι των Μεγάρων καλείται Νίσαια, από το Νίσο το γιο του Πανδίονα Β’. Αυτός ίδρυσε τη Νίσαια που βρίσκεται σε απόσταση 18 σταδίων ή περίπου 5 χιλιόμετρα από την πόλη των Μεγάρων αλλά ενωνόταν με αυτή με μακρά τείχη, όπως η Αθήνα με τον Πειραιά. Στη Νίσαια υπήρχε ναός της Δήμητρας για τον οποίο ο Παυσανίας αναφέρει ότι η οροφή του είχε καταρρεύσει με τα χρόνια. Σήμερα -εννοώντας το 1764- το μέρος είναι καλυμμένο με γκρεμίσματα ανάμεσα στα οποία στέκονται κάποιες ερειπωμένες εκκλησίες. Το μέρος τώρα καλείται ‘Δώδεκα εκκλησιές’, αλλά μόνο εφτά από αυτές διακρίνονται. Η Ακρόπολις καλείται επίσης Νίσαια και βρίσκεται πάνω σε λόφο δίπλα στην ακροθαλασσιά. Κάποια μέρη του τείχους της σώζονται, ενώ έχει αναγερθεί εκεί ένα σύγχρονο φρούριο.» Ο Τσάντλερ αναφέρεται στην περιοχή γνωστή ως Παλαιόκαστρο που χρησιμοποιούνταν διαχρονικά από τους Μεγαρείς ως εποπτικό σημείο για την προσέγγιση της περιοχής από θαλάσσης.

Συνεχίζει την περιγραφή του προχωρώντας προς στα Μέγαρα του 18ου αιώνα : «Μετά από έναν ζεστό περίπατο φτάσαμε στο χωριό των Μεγάρων που αποτελείται από χαμηλά, φτωχικά αγροτόσπιτα, όμορφα χτισμένα στις πλαγιές των λόφων. Στην κορυφή κάθε λόφου υπάρχει μια ακρόπολη. Η μια ονομάζεται Καρία και η άλλη Αλκάθους, από τον κατασκευαστή του τείχους. Οι Μεγαρείς σύμφωνα με τον Παυσανία υποστήριζαν ότι ο ίδιος ο Απόλλωνας είχε βοηθήσει στην ανοικοδόμηση του τείχους και ότι αν κάποιος ρίξει ένα χαλίκι πάνω στην πέτρα όπου ο θεός της μουσικής ακούμπησε την λύρα του, θα ακουστεί ένας μουσικός ήχος.»

Έπειτα ο Τσάντλερ αναφέρει ότι το 1676, όταν ο Ζακόμπ Σπον είχε επισκεφτεί την πόλη, το αρχαίο τείχος δεν ήταν εντελώς κατεστραμμένο, αλλά περιέβαλε ακόμα τις δυο ακροπόλεις πάνω στις οποίες υπήρχαν κάποιες εκκλησίες και γκρεμίσματα. Από το αρχαίο παρελθόν των Μεγάρων ο Τσάντλερ συνάντησε κάποια κατεστραμμένα αγάλματα  και λίγες σκόρπιες επιγραφές. Η Κρήνη του Θεαγένους τον εντυπωσίασε με το μέγεθος και την τεχνοτροπία της, αλλά και η πηγή των Σιθνιδών νυμφών και ένας ναός αφιερωμένος στη θεά Αθηνά τράβηξαν την προσοχή του.

Παρατηρεί ακόμα ότι η πέτρα των Μεγάρων είναι μοναδική στην Ελλάδα εξαιτίας της λευκότητας και της περιεκτικότητας της σε κοχύλια. Πρόκειται για τον τοπικό κογχυλιάτη λίθο ή πωρόλιθο που χρησιμοποιούσαν οι Μεγαρείς στα κτίσματα τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι το υλικό αυτό χρησιμοποιήθηκε στην ανέγερση του Θησαυρού των Μεγαρέων στους Δελφούς. Παρόλα αυτά η πέτρα αυτή είναι εύθρυπτη και η περιορισμένη αντοχή της- σύμφωνα με τον Τσάντλερ- θα μπορούσε να θεωρηθεί ως βασική αιτία για την διάβρωση και κατάρρευση των αρχαίων μνημείων της πόλης.

Στο οδοιπορικό του ο Τσάντλερ καταγράφει τα δεινά που υφίσταντο τα Μέγαρα από τις επιδρομές των πειρατών. Οι Κουρσάροι φαίνεται πως έρχονταν αιφνιδιαστικά προκαλώντας μεγάλες καταστροφές στην πόλη και τις γύρω περιοχές. Ο ίδιος μας επιβεβαιώνει με τα γραφόμενα του την ιστορία που συναντάμε στα κείμενα των Σπον, Γουίλερ και Coronelli «Το 1676 οι κάτοικοι είχαν συνηθίσει να είναι σε επιφυλακή, όταν ένα πλοίο πλησίαζε κατά τη διάρκεια της ημέρας ή όταν άκουγαν τα σκυλιά τους να γαβγίζουν τη νύχτα. Η αντίδραση τους τότε ήταν να εγκαταλείπουν μυστικά την πόλη, αφού πρώτα έκρυβαν καλά ο,τι πολύτιμο διέθεταν.

Κάποτε ο βοεβόδας των Μεγάρων, δηλαδή ο Τούρκος αξιωματούχος που κατοικούσε σε έναν εγκαταλελειμμένο πύργο πάνω από το χωριό, έπεσε θύμα των πειρατών οι οποίοι τον απήγαγαν. Όσοι είχαν αυτήν την τύχη κατέληγαν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής.» Ο Ζακόμπ Σπον αναφέρει ότι το γεγονός αυτό τρομοκράτησε τόσο τις Οθωμανικές Αρχές, ώστε έκτοτε κανένας αξιωματούχος τους δεν διέμενε στα Μέγαρα. Η θετική συνέπεια αυτής της εξέλιξης ήταν η άρση επιτήρησης και ελέγχου που ασκούσε ως τότε στην περιοχή η μόνιμη τουρκική φρουρά και η πολιτική δυναμική που σταδιακά αποκτούσε το τοπικό συμβούλιο. Πρόκειται για ένα είδος Δημογεροντίας με καθαρά τοπικές και περιορισμένες αρμοδιότητες, που οι Οθωμανοί αποκαλούσαν ‘ραγιά ιμπαρέτ’. Έκτοτε, οι Μεγαρείς καλλιεργούσαν και τα τουρκικά κτήματα παραχωρώντας σε αντάλλαγμα τη μισή σοδειά.

Η τρομοκρατία από τις πειρατικές επιθέσεις είχε επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τους κατοίκους, όπως φαίνεται από το παρακάτω περιστατικό που μνημονεύει ο Τσάντλερ «δεν μου προκαλεί εντύπωση που εγκαταλείφθηκε η Νίσαια από καιρό, καθώς κάποιες ντόπιες γυναίκες που έπλεναν τα ρούχα τους εκεί, όταν μας είδαν να φτάνουμε στην ακτή με βρετανικά καπέλα και έχοντας όπλο μαζί μας άρχισαν να τρέχουν μακριά πανικόβλητες».

Πληροφορούμαστε ακόμα ότι οι ντόπιοι φορείς διαπραγματεύτηκαν με τους πειρατές προκειμένου να παραμείνουν ασφαλείς. Στη διαπραγμάτευση αυτή διαμεσολάβησε ο Γάλλος πρόξενος των Αθηνών και συμφωνήθηκε με τον αρχιπειρατή Κρεβελλιέ να του αποδίδουν οι Μεγαρείς ετησίως 250 τσουβάλια σιτάρι κατά τον Σπον ή 150 κατά τον Γουίλερ με αντάλλαγμα την ασφάλεια τους. Η επιβάρυνση αυτή ήταν ιδιαίτερα επαχθής, αφού προστέθηκε στον ετήσιο φόρο για τις σοδειές και το χαράτσι που ήδη πλήρωναν στους Οθωμανούς.

Η οικονομική αυτή αφαίμαξη αν συνδυαστεί με θεομηνίες(όπως ο μεγάλος σεισμός του 1651) ή επιδημίες που έπλητταν συχνά τα Μέγαρα είναι επαρκής για να δικαιολογήσει τη φτωχική εικόνα της πόλης που αντίκριζαν οι περιηγητές προεπαναστατικά. Για να επιβιώσουν οι Μεγαρείς ασχολούνταν συστηματικά με την ξυλεία κατασκευάζοντας σανίδες, αφού τα πεύκα και τα έλατα ευδοκιμούσαν στα δάση τους (Σπον, Γουίλερ). Ακόμα, εμπορεύονταν τη ρητίνη από τα πεύκα, προϊόν το οποίο στα χρόνια του Αγώνα χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή πολεμοφοδίων. Για να θρέψουν τα παιδιά τους, οι Μεγαρείς φύτευαν χαρουπιές πιστεύοντας ότι ο καρπός τους ήταν αρκετά θρεπτικός για να καλύψει τα διατροφικά κενά λόγω των ελλείψεων.

Στις τελευταίες παρατηρήσεις του ο Τσάντλερ μας μεταφέρει ενδιαφέρουσες εικόνες από τα Μέγαρα του 18ου αιώνα: «Το κατάλυμά μας στα Μέγαρα ήταν ένα ανοιχτό υπόστεγο δίπλα στο σπίτι ενός Έλληνα ιερέα, ενός νεαρού άνδρα με μεγάλη απλότητα και με πυκνό μαύρο μούσι. Ήταν κάτι σαν δικαστικός επιμελητής, αφού κανένας Τούρκος πια δεν διέμενε εκεί. Στην αυλή του βρίσκονταν πουλερικά της κοινής ράτσας. Μια γυναίκα καθόταν με την πόρτα του σπιτιού της ανοιχτή και θρηνούσε δυνατά τον νεκρό σύζυγό της. Κάποιες κοιλότητες στο έδαφος κοντά στο δρόμο από το λιμάνι φαίνεται να ήταν δοχεία σιτηρών. Ζήτησα αρχαία νομίσματα, και το βράδυ, όταν οι κάτοικοι γύρισαν από την εργασία τους, δόθηκε μια ειδοποίηση από έναν τελάλη, που στεκόταν στην επίπεδη στέγη ενός σπιτιού, στους πρόποδες ενός λόφου κοντά στο κέντρο του χωριού, αλλά πολύ λίγα από τα νομίσματα που συγκέντρωσαν είχαν κάποια αξία. Ο ιερέας είχε ένα αθηναϊκό τετράδραχμο δεμένο καλά στο πορτοφόλι του, το οποίο αρνήθηκε να αποχωριστεί, θεωρώντας το φυλαχτό.»

Μια διαφορετική οπτική των Μεγάρων στις αρχές του 19ου αιώνα συναντάμε στις ‘Επιστολές’ του Σκοτσέζου συγγραφέα Τζον Γκαλτ (John Galt). Ο Γκαλτ, φίλος του Λόρδου Βύρωνα, επισκέφτηκε την Ελλάδα το 1809. Με μια πρώτη ματιά βρίσκει τη φυσική ομορφιά των Μεγάρων γοητευτική. «Τα Μέγαρα» γράφει «κατοικούνται αποκλειστικά από Έλληνες, που φορούν την αλβανική φορεσιά, χωρίς όμως να είναι απλοϊκοί. Πληροφορηθήκαμε πως πρόσφατα είχαν ανακαλυφθεί δύο αρχαία ανάγλυφα και πήγαμε στο σπίτι όπου βρίσκονταν, για να τα δούμε. Η γυναίκα που μας υποδέχτηκε είπε ότι τα είχαν δώσει στον παπά, όταν εκείνος τους ευλόγησε το σπίτι με αγιασμό την προηγούμενη μέρα. Έπειτα, επισκεφτήκαμε τον δάσκαλο, που δίδασκε κάτω από ένα υπόστεγο γύρω στα 20 αγόρια σαν αρχαίος φιλόσοφος. Αυτός είπε ότι τα ανάγλυφα βρίσκονταν ακόμα σε εκείνο το σπίτι. Ζητήσαμε έστω να τα δούμε, αφού αυτή η μυστικότητα μας φαινόταν ακατανόητη. Όμως, τότε πληροφορηθήκαμε ότι ο Τούρκος κυβερνήτης της Κορίνθου κατασκεύαζε μια κρήνη και ότι αν έφτανε στα αυτιά του η ανακάλυψη των αρχαίων ανάγλυφων θα υποχρέωνε τον κάτοχο να του τα παραχωρήσει ή να του τα πουλήσει. Έτσι, λοιπόν, αποφάσισαν να τα δωρίσουν στην εκκλησία, καθώς οι Τούρκοι σέβονται ο,τι ανήκει στην εκκλησία και το αντιμετωπίζουν με φόβο και δέος.»

Από το απόσπασμα αυτό του Γκαλτ συμπεραίνουμε ότι οι Μεγαρείς αυτήν την περίοδο έχουν αποκτήσει μια στοιχειώδη παιδεία που τους επιτρέπει να αντιληφθούν και να εκτιμήσουν την αρχαία ταυτότητα τους και τα μνημειακά κατάλοιπα του παρελθόντος τους. Διαφυλάττοντας αυτά τα ανάγλυφα, διαφυλάττουν την ελληνικότητα τους πειθόμενοι για την ανάγκη διεκδίκησης της ελευθερίας τους.

Από την παραμονή του στην πόλη ο Γκαλτ διέκρινε κάποια σπασμένα αγάλματα με το ενδιαφέρον του να επικεντρώνεται σε ένα ακέφαλο άγαλμα της Αφροδίτης. Υπολογίζει ότι τα Μέγαρα το 1809 αριθμούν περίπου 1000 κατοίκους, που απασχολούνται κυρίως στη γεωργία και αποδίδει την υποβαθμισμένη εικόνα της πόλης στις καταστροφές που προκαλούσαν τα τουρκικά στρατεύματα όταν στρατοπέδευαν κατά τη διέλευση τους προς την Πελοπόννησο. Μάλιστα, οι Μεγαρείς, προκειμένου να αποτρέψουν τα τουρκικά στρατεύματα να χρησιμοποιούν τα σπίτια τους ως στάβλους, έχτιζαν χαμηλές τις εισόδους τους, ώστε να μην μπορούν να τις διαβούν τα άλογα.

Ακόμα, αναφέρει πως οι Δερβενοχωρίτες αποτελούσαν ένα είδος τοπικής πολιτοφυλακής επιφορτισμένης να φυλάει τα περάσματα γύρω από τον Ισθμό. Η ιδιότητα αυτή που είχε παραχωρηθεί στους Δερβενοχωρίτες συνδέεται με το αποτυχημένο κίνημα των Ορλωφικών του 1770. Με γενναίο φρόνημα και πατριωτισμό οι κάτοικοι των Μεγάλων Δερβενίων είχαν ανταποκριθεί στο επαναστατικό κάλεσμα που είχε υποκινηθεί από τη Ρωσία υπό την ηγεσία των αδελφών  Αλεξέι και Φιοντόρ Ορλώφ.

Οι Μεγαρείς συμμετείχαν δυναμικά στο κίνημα αυτό με αρχηγό τους τον Μητρομάρα, όμως αυτή η απόπειρα απελευθέρωσης απέτυχε και οι επαναστάτες έμειναν έκθετοι στο εκδικητικό μένος των Οθωμανών. Σε αντίποινα στάλθηκαν στην περιοχή Αλβανοί μισθοφόροι των Οθωμανών που προκάλεσαν σφαγές και ερήμωση. Τα άτακτα αυτά στρατεύματα παρέμειναν στην περιοχή και μετά το φριχτό πέρας της αποστολής τους και παρακρατούσαν τους φόρους που προορίζονταν για την Οθωμανική διοίκηση. Αυτή η κλοπή εσόδων θορύβησε τους Οθωμανούς που αποφάσισαν να παραχωρήσουν το δικαίωμα οπλισμού στους κατοίκους των Δερβενίων με σκοπό την εκκαθάριση των αλβανικών μπουλουκιών.

Πράγματι, οι Μεγαρείς μαζί με τους υπόλοιπους Δερβενοχωρίτες ως εντεταλμένη δύναμη πολιτοφυλακής μείωσαν την δύναμη των Αλβανών από 6000 σε 1000. Όμως, το δικαίωμα στην άμυνα και την οπλοφορία, αλλά και η συμμετοχή τους ήδη σε ένα επαναστατικό κίνημα ενέπνευσαν στους Μεγαρείς το όραμα της απελευθέρωσης. Μάλιστα, ως συνετός λαός φαίνεται πως αποφάσισαν την κατασκευή του τείχους της Αγίας Τριάδας προκειμένου να αντιμετωπίσουν με μια αμυντική προοπτική διαρκείας τις επιθέσεις των Τούρκων σε μια επανάσταση που το 1818 με την Φιλική Εταιρεία να προχωρά δυναμικά στην οργάνωση της φαινόταν προ των πυλών.

Από τα έθιμα και τις παραδόσεις των Μεγάρων ο Γκαλτ έγινε μάρτυρας μιας λιτανείας στην οποία συμμετείχαν όλοι οι κάτοικοι της πόλης και των γύρω περιοχών. «Το επόμενο πρωί» γράφει στις ‘Επιστολές’ του «έγινε μια μεγάλη θρησκευτική τελετή στο χωριό. Για πολύ καιρό δεν έπεσε βροχή και το έδαφος είναι αρκετά ξερό. Πέρυσι, η σοδειά ήταν ανεπαρκής και σε ολόκληρη την Οθωμανική αυτοκρατορία επικρατεί μεγάλη έλλειψη αυτή τη στιγμή. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι άνθρωποι ανησυχούν και  επιδιώκουν να αποτρέψουν την καταστροφή με την οποία απειλούνται. Το μεσημέρι ολόκληρη η πόλη ήταν συγκεντρωμένη, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, μαζί με τους κατοίκους αρκετών παρακείμενων χωριών συνολικά πάνω από δύο χιλιάδες άτομα. Χωρισμένοι σε τρεις παρατάξεις που συμβόλιζαν το τριαδικό Θεό, προχωρούσαν χέρι χέρι προς την θάλασσα, με επικεφαλής τους ιερείς, και έψαλαν μια προσευχή κατάλληλη για την περίσταση. Φτάνοντας στη θάλασσα, οι εικόνες που κρατούσαν βυθίστηκαν διαδοχικά στο νερό και στη συνέχεια η πομπή επέστρεψε στο χωριό.»

Στο δεύτερο ταξίδι του το 1810 ο Γκαλτ  παρακολούθησε το έθιμο του Χορού της Τράτας για το οποίο αναφέρει: «Είχαμε την ευχαρίστηση να δούμε όμορφες Ελληνοπούλες να χορεύουν, ακολουθώντας το τραγούδι που τραγουδούσαν οι ίδιες.»

Το 1809 επισκέπτεται τα Μέγαρα ο Βρετανός πολιτικός και χρονικογράφος Sir John Hobhouse συνοδεύοντας τον φίλο του Λόρδο Βύρωνα στο ταξίδι αναζήτησης του ελληνικού πνεύματος. Μετά την επιστροφή του στην Αγγλία ανέπτυξε έντονη φιλελληνική δράση στηρίζοντας ενεργά την Ελληνική Επανάσταση ως μέλος της Φιλελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου. Όταν κατέφτασε στα Μέγαρα ο Hobhouse αναφέρει ότι υπήρχαν περίπου 1000 σπίτια με 3000 κατοίκους που ήταν στο σύνολο τους ελληνόφωνοι.

Περισσότερο εκτενής είναι η αναφορά στα Μέγαρα του Francois Rene de Chateaubriand. Ο Chateaubriand ή Σατωβριάνδος- όπως τον αποκάλεσαν οι Έλληνες- ήταν Γάλλος συγγραφέας, πολιτικός και θεμελιωτής του Γαλλικού Ρομαντισμού. Επηρεασμένος από τις ιδέες του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης αναζητά στην Ελλάδα την αναγέννηση της αρχαίας δόξας, την ανατροπή της κατακτητικής αδικίας και την τελική επικράτηση του ελληνικού πνεύματος. Παθιασμένη φύση με έντονες νότες απαισιοδοξίας που εκφράζει στα κείμενα του ο Chateaubriand είναι λάτρης της περιπλάνησης. Η έρευνα του γύρω από τα αρχαία μνημεία είναι διεξοδική, καθώς ο ίδιος είναι άριστος γνώστης της αρχαίας κλασικής παιδείας. Η αφήγηση του, εξαιρετικά ζωντανή και περιπετειώδης μας μεταφέρει στην πραγματικότητα του 1806 οπότε και επισκέφτηκε τα Μέγαρα.

Ερχόμενος προς την πόλη ο Σατωμπριάν περιγράφει ένα περιστατικό που τον συγκλόνισε με την αγριότητα του και του απέδειξε πόσο δυσβάσταχτο φορτίο είναι η σκλαβιά. Ένας Οθωμανός φρούραρχος τον προσκάλεσε να τον φιλοξενήσει και όπως ο ίδιος γράφει: «Ήταν άνθρωπος παχύσαρκος με πρόσωπο γαλήνιο και απαθές. Περιεργάστηκε τα όπλα μου κι ύστερα μου έδειξε και τα δικά του, και μάλιστα μια μακριά καραμπίνα, που καθώς έλεγε, το βόλι της πήγαινε πολύ μακριά. Οι φύλακες είδαν άξαφνα έναν χωρικό ν’ ανεβαίνει το βουνό. Του φώναξαν να κατέβει. Ο χωρικός δεν άκουσε. Τότε ο φρούραρχος σηκώθηκε με κόπο, πήρε την καραμπίνα του, σημάδεψε πολλή ώρα μέσα από τα πεύκα τον χωρικό και πυροβόλησε. Ύστερα απ’ το κατόρθωμα του ο Τούρκος κάθισε πάλι στο ψαθί του ήσυχος και ευδιάθετος σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Κι ο χωρικός κατέβηκε στη φρουρά πληγωμένος, γιατί έκλαιγε κι έδειχνε το αίμα του. Για να τον γιατρέψουν τον ράβδισαν πενήντα φορές.»

Όταν φτάνει στα Μέγαρα ο Σατωβριάνδος βλέπει γυναίκες να πλένουν εύθυμες στα απομεινάρια ενός αρχαίου υδραγωγείου. «Τα Μέγαρα-γράφει- που κράτησαν το αρχαίο τους όνομα και το λιμάνι τους η Νίσαια είχαν άλλοτε ωραία μνημεία. Φαίνεται πως η Ελλάδα κάτω από τους Ρωμαίους αυτοκράτορες έμοιαζε πολύ με την Ιταλία: ήταν μια χώρα κλασική που κάθε πόλη της ήταν γεμάτη αριστουργήματα. Εκείνους τους καιρούς θαύμαζε κανείς στα Μέγαρα τους δώδεκα μεγάλους θεούς βγαλμένους από το χέρι του Πραξιτέλη, έναν Ολύμπιο Δία, που τον είχαν αρχίσει ο Θεόκοσμος και ο Φειδίας. Η Νυξ ή Σκότος και ο Κόνιος Ζεύς είχαν τους ναούς τους στα Μέγαρα. Ο αβάς Φουρμόν βρήκε τριάντα επιγραφές».

Μετά την επιτόπια αυτή έρευνα του που τον γεμίζει συγκίνηση για τις αρχαίες ρίζες της πόλης ακολουθεί ένα περιστατικό χαρακτηριστικό της απλοϊκότητας, αλλά και της φιλοξενίας και της εμπιστοσύνης με την οποία οι Μεγαρείς περιέβαλαν τους Ευρωπαίους περιηγητές. «Ύστερα από έναν μεγάλο περίπατο με περίμεναν μερικοί ντόπιοι για να επισκεφτώ μια άρρωστη. Οι Έλληνες, όπως και οι Τούρκοι, νομίζουν πως όλοι οι Φράγκοι έχουν ιατρικές γνώσεις και πως ξέρουν κάποια φάρμακα μυστικά και ξεχωριστά. Η απλοϊκότητα με την οποία απευθύνονται σε ένα ξένο για τις αρρώστιες τους έχει κάτι το συγκινητικό, που θυμίζει αρχαία ήθη: είναι δείγμα ευγενικής εμπιστοσύνης ανθρώπου προς άνθρωπο.[…] Ήρθε λοιπόν ένας Έλληνας και ζήτησε να δω την κόρη του. Βρήκα ένα φτωχό πλάσμα ξαπλωμένο κατάχαμα, σε μια ψάθα και σκεπασμένο με κουρέλια. Απρόθυμα και ντροπαλά έβγαλε το μπράτσο της από τα ράκη της μιζέριας και τ’ άφησε να πέσει βαρύ στο σκέπασμα. Μου φάνηκε ότι την είχε προσβάλλει μηνιγγίτιδα. Πρόσταξα λοιπόν ν’ αλαφρώσουν το κεφάλι της βγάζοντας τα φλουριά […] γιατί το βάρος από τις πλεξούδες και το μέταλλο συγκέντρωνε όλη τη θερμότητα στον εγκέφαλο. Έχοντας πάντα μαζί μου καμφορά για την πανούκλα, της έδωσα λίγη και συμφώνησα με τη δίαιτα που ακολουθούσε, δηλαδή τη σταφυλοφαγία.»

Στην αφήγηση του Σατωμπριάν ακολουθεί κοινή προσευχή που όπως φαίνεται συνόδευε πάντα την καθημερινότητα των Μεγαριτών, αλλά και το κέρασμα του ξένου με κρασί, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για το ενδιαφέρον του. Από τις αναφορές των περιηγητών παρατηρούμε ότι οι ασθένειες που ταλαιπωρούσαν τους Μεγαρείς ήταν πολλές και σοβαρές, ωστόσο δεν υπήρχε καμία πρόνοια για την υγεία του πληθυσμού από την κεντρική διοίκηση, καθώς οι μη μουσουλμάνοι αντιμετωπίζονταν μόνο ως φορολογικές μονάδες και όχι ως άνθρωποι.

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης η κατοχή και ο έλεγχος των Μεγάλων Δερβενίων, δηλαδή της Μεγαρίδος, υπήρξε προτεραιότητα της επαναστατικής Διοίκησης. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πρότεινε εξαρχής τη φύλαξη των Δερβενίων αναγνωρίζοντας τη στρατηγική αξία τους. Μάλιστα, όπως αναφέρεται στα Σπετσιώτικα έγγραφα: «απέστειλεν τους υιούς του Πάνον και Ιωάννην εις Μέγαρα και το εκτελεστικόν απεφάσισε να τοποθετηθή εις Μέγαρα και να θυσιασθή, ει δέον υπέρ της φίλτατης πατρίδος». Αν και οι ενέργειες αυτές πραγματοποιήθηκαν μετά την κάθοδο του Δράμαλη στην Πελοπόννησο, τα Δερβένια έπαιξαν αναμφίβολα καθοριστικό ρόλο, αφού η ανακατάληψη τους από τους έλληνες επαναστάτες ανέκοψε τον ανεφοδιασμό και την επικοινωνία του Δράμαλη με την Οθωμανική Διοίκηση οδηγώντας τον σε πανωλεθρία.

Οι Μεγαρείς θα απαντήσουν με πατριωτισμό και αυτοθυσία στο κάλεσμα του Αγώνα. Οι πηγές της εποχής μαρτυρούν ξεκάθαρα τον ενθουσιασμό τους. Ο Ιάκωβος Θεοδωρίδης γράφει ανήμερα της 25ης Μαρτίου «Τα πράγματα τα εύρον ανώτερα των ελπίδων… από σήμερον κάμνομεν Ανάστασιν εις την Περαχώραν και εις την Μπίσσιαν ότι η περίστασις έτσι το καλεί και αύριον ίσως κάμνομεν εις τα Μέγαρα.»

Στο πλευρό τους θα αγωνιστούν αρκετοί φιλέλληνες που εμπνεύστηκαν από τις αφηγήσεις των περιηγητών και έσπευσαν να αναστήσουν την Ελλάδα στα αρχαία της χώματα. Η παρουσία τους, η υλική ενίσχυση και η αυτοθυσία τους στηρίζει και εμψυχώνει τους επαναστάτες. Στην Αττική αγωνίστηκαν ο Κάρολος Φαβιέρος δίπλα στον Καραϊσκάκη, ο λόρδος Μπάιρον, ο Ιππόλυτος Λεφέβρ, ο Αντόνιο Αλμέιντα και πλήθος άλλων  που αν και υστερούσαν σε ελληνικό αίμα υπερτερούσαν σε ελληνικό ήθος.

Οι Μεγαρείς συμμετέχουν δυναμικά στην πολιορκία της Ακροκορίνθου και μεταβαίνουν όπου η Επαναστατική Διοίκηση τους καλεί κρατώντας συγχρόνως ζωντανή τη φλόγα της ελευθερίας στο εμβληματικό τείχος τους, ένα από τα λίγα οχυρωματικά έργα που θεμελιώθηκαν προεπαναστατικά. Αντέχουν στις αντιξοότητες του πολέμου παραμένοντας υπερήφανοι, όπως μαρτυρά ο Αμερικανός γιατρός και φιλέλληνας Samuel Howe, που βρέθηκε στα Μέγαρα το 1828 «Οι Μεγαρείς» γράφει «βρίσκονταν σε αξιοθρήνητη κατάσταση». Αν και ο ίδιος ως εκπρόσωπος της διοίκησης τους πρόσφερε μια ποσότητα αλεύρων, εκείνοι αρνήθηκαν την πολύτιμη αυτή προσφορά. Αντί γι’ αυτό ζήτησαν σπόρο για να καλλιεργήσουν τη γη τους και ένα σχολείο για τα παιδιά τους. Πράγματι, ο Howe τους παραχώρησε σπόρους, εργαλεία και έκανε τις απαραίτητες ενέργειες για τη δημιουργία σχολείου.

Αν κάτι μας διδάσκει η Ιστορία, είναι ότι οι άνθρωποι περνούν και φεύγουν νικημένοι από τον χρόνο. Εκείνο που μένει για να τους θυμίζει ως αποτύπωμα είναι οι αξίες που υπερασπίστηκαν στη ζωή. Γι’ αυτό η ηχώ των πράξεων τους συνεχίζει μέσα στον χρόνο αψηφώντας τη φθορά. Γίνεται παράδοση, γίνεται συνείδηση, γίνεται ταυτότητα. Δεν είναι τυχαία τα λόγια του Θέογνη, του ποιητή των Μεγάρων, που δεν ξεχάστηκαν ποτέ από τους Μεγαρείς και σαν σπόρος κρυμμένος φύτρωσε και θέριεψε με τις θυσίες και τους αγώνες της Λευτεριάς. «*Ουδέν αρ’ ην φίλτερον άλλο πατρίς». (*Δεν υπάρχει τίποτα πιο αγαπημένο από την πατρίδα)

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Eθνικό πένθος για τα θύματα της θεομηνίας κήρυξε ο Πρωθυπουργός

Aleka Stamatiadi

Ένας χρόνος από το πρώτο κρούσμα

Ποιοι ορίζονται Αντιδήμαρχοι

Aleka Stamatiadi