Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας
Γράφει η Μωραΐτου Σάντυ
Τελειόφοιτη του Τμήματος Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου
MSc Στρατηγικές Αναπτυξιακής και Εφηβικής Υγείας, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Μεταπτυχιακή φοιτήτρια Εφαρμοσμένης Αναπτυξιακής Ψυχολογίας, ΕΑΠ
Εκπαιδευόμενη στη Συστημική Ψυχοθεραπεία
«Δεν ξέρω ακριβώς γιατί ήρθα. Έχω τη δουλειά μου, την οικογένειά μου, δεν μου
λείπει κάτι συγκεκριμένο. Κι όμως, δεν αισθάνομαι καλά».
Μια τέτοια φράση θα μπορούσε να ακουστεί σε ένα γραφείο ψυχολόγου. Όχι απαραίτητα από κάποιον που αντιμετωπίζει μια διαγνωσμένη ψυχική διαταραχή, αλλά από έναν άνθρωπο που δυσκολεύεται να καταλάβει γιατί η ζωή του, ενώ εξωτερικά μοιάζει τακτοποιημένη, εσωτερικά δεν τον ικανοποιεί.
Πόσες φορές απαντάμε «καλά» όταν μας ρωτούν πώς είμαστε; Και πόσες φορές κάποιος περιμένει πραγματικά να ακούσει την απάντηση;
οι ανάγκες ψυχικής υγείας είναι εκτεταμένες, ενώ η πρόσβαση σε κατάλληλες υπηρεσίες πρόληψης και θεραπείας εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικά κενά.
Η Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας, 10 Οκτωβρίου, είναι μια αφορμή να κοιτάξουμε πέρα από τις εύκολες απαντήσεις. Να αναρωτηθούμε τι σημαίνει τελικά να είμαστε ψυχικά καλά και πόσο χώρο αφήνουμε στην καθημερινότητά μας για όσα αισθανόμαστε.
Σκεφτείτε έναν γονέα που προσπαθεί να ανταποκριθεί σε κάθε ανάγκη του παιδιού του, αλλά το βράδυ αναρωτιέται αν έκανε αρκετά. Έναν έφηβο που βλέπει καθημερινά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ζωές φαινομενικά καλύτερες από τη δική του και αρχίζει να αμφισβητεί την αξία του. Έναν άνθρωπο που έχει πετύχει επαγγελματικά, αλλά δεν θυμάται πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσε
πραγματική χαρά.
Οι ιστορίες αυτές είναι διαφορετικές. Έχουν όμως κάτι κοινό: πίσω από όσα φαίνονται, υπάρχουν συχνά ανάγκες που δεν εκφράζονται.
Και οι αριθμοί επιβεβαιώνουν ότι οι δυσκολίες ψυχικής υγείας αφορούν μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (2025–2026), περίπου 1,2 δισεκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως, δηλαδή σχεδόν ένας στους επτά, ζουν με κάποια ψυχική διαταραχή, με τις αγχώδεις και τις καταθλιπτικές διαταραχές να εμφανίζονται συχνότερα. Ιδιαίτερα
ανησυχητική είναι η εικόνα στις μικρότερες ηλικίες: ένας στους επτά εφήβους ηλικίας 10–19 ετών αντιμετωπίζει κάποια ψυχική διαταραχή, ενώ στην ευρωπαϊκή περιφέρεια του ΠΟΥ το ποσοστό φτάνει το 25% μεταξύ των κοριτσιών ηλικίας 15–19 ετών.
Τα δεδομένα αυτά αναδεικνύουν μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί: οι ανάγκες ψυχικής υγείας είναι εκτεταμένες, ενώ η πρόσβαση σε κατάλληλες υπηρεσίες πρόληψης και θεραπείας εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικά κενά.
Ωστόσο, δεν είναι κάθε στενοχώρια κατάθλιψη ούτε κάθε περίοδος άγχους ένδειξη ψυχικής διαταραχής. Η θλίψη, ο φόβος, η απογοήτευση και η αβεβαιότητα αποτελούν μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας. Η ψυχική υγεία, άλλωστε, δεν ταυτίζεται απλώς με την απουσία μιας διάγνωσης. Συνδέεται με την ποιότητα των σχέσεών μας, τη δυνατότητα να αναγνωρίζουμε τις ανάγκες μας και την ικανότητα να
αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες χωρίς να χάνουμε την επαφή με τον εαυτό μας.
Δεν διαμορφώνεται, όμως, σε κοινωνικό κενό. Η οικονομική ανασφάλεια, οι απώλειες, οι οικογενειακές απαιτήσεις και η διαρκής πίεση για επιτυχία μπορούν να επιβαρύνουν την ψυχική μας ισορροπία. Δεν εξαρτώνται όλα από το πόσο «δυνατοί» ή «θετικοί» καταφέρνουμε να είμαστε.
Κι όμως, συχνά έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε την ψυχική δυσκολία σαν κάτι που πρέπει να ξεπεράσουμε γρήγορα. Να συνεχίσουμε, να είμαστε παραγωγικοί, να μη στενοχωρούμε τους άλλους. Πόσο εύκολα επιτρέπουμε στον εαυτό μας να πει «δεν αντέχω άλλο» χωρίς να αισθανθεί ενοχή;
Η φροντίδα της ψυχικής υγείας δεν περιορίζεται σε μια θεραπευτική συνεδρία.
Βρίσκεται και στις μικρές καθημερινές επιλογές: στον χρόνο για ανάπαυση, στη σωματική δραστηριότητα, στον επαρκή ύπνο, στις σχέσεις που μας προσφέρουν ασφάλεια, στη δυνατότητα να εκφράζουμε όσα αισθανόμαστε. Όχι ως υποχρεώσεις που προστίθενται σε μια ήδη απαιτητική ζωή, αλλά ως χώροι στους οποίους μπορούμε να ανακτούμε τις δυνάμεις μας.
Όταν οι δυσκολίες επιμένουν ή επηρεάζουν την καθημερινή λειτουργικότητα, η επαγγελματική υποστήριξη μπορεί να προσφέρει έναν ασφαλή χώρο κατανόησης και επεξεργασίας τους. Δεν χρειάζεται να φτάσει κανείς στα όριά του για να αναζητήσει βοήθεια.
Παράλληλα, η ψυχική υγεία δεν είναι μόνο προσωπική υπόθεση. Χρειάζεται οικογένειες που ακούν, σχολεία που υποστηρίζουν, εργασιακά περιβάλλοντα που σέβονται τα ανθρώπινα όρια και κοινωνικές δομές που εξασφαλίζουν πρόσβαση στη φροντίδα χωρίς στιγματισμό.
Η ψυχική ανθεκτικότητα δεν σημαίνει ότι δεν λυγίζουμε ποτέ. Σημαίνει ότι μπορούμε να αναγνωρίζουμε την ευαλωτότητά μας, να δεχόμαστε στήριξη και να αναζητούμε νέους τρόπους να προχωρήσουμε.
Ίσως, τελικά, το σημαντικότερο δεν είναι να μπορούμε πάντοτε να λέμε «είμαι καλά», αλλά να μη χρειάζεται να προσποιούμαστε όταν δεν είμαστε.
Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι μόνο όσα του συμβαίνουν και όσα αισθάνεται. Είναι και όσα μπορεί ακόμη να δημιουργήσει.
Και ακόμη κι όταν η ζωή μοιάζει να έχει χάσει την ισορροπία της, η ανθρώπινη σύνδεση, η φροντίδα και η δυνατότητα αλλαγής μπορούν να ανοίξουν τον δρόμο για μια νέα αρχή.

