Θέσεις

Μια μικρή ιστορία για ένα μεγάλο αγώνα: Αφιέρωμα στο 1821

γράφει η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΑΜΟΥΡΗ ΒΟΡΔΟΥ

ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ-ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ

Πριν από δύο χρόνια, με αφορμή τη σχολική γιορτή για την 25η Μαρτίου, μου ζητήθηκε από τη δασκάλα της κόρης μου (τότε φοιτούσε στην Ε’ Δημοτικού) να γράψω ένα κείμενο αφιερωμένο στην Επανάσταση. Το κείμενο θα εκφωνούνταν από μικρές ομάδες μαθητών. Αν και αρθρογραφώ από το 2002, αυτή η τιμητική πρόσκληση ήταν συγχρόνως μια μεγάλη πρόκληση. Ένα κείμενο που τα παιδιά θα διάβαζαν ξανά και ξανά στα σπίτια τους, ώσπου να μάθουν να το απαγγέλουν σωστά. Ένα κείμενο που θα άφηνε ίσως κάποιο αποτύπωμα στη μνήμη τους σχετικά με το μεγάλο αυτό γεγονός. Αναμφισβήτητα, ήταν μεγάλη ευθύνη το περιεχόμενο του, τα μηνύματα που θα μετέφερε στα παιδιά που θα το διάβαζαν, αλλά και στα παιδιά που θα το άκουγαν. Ο πόλεμος ως ακραία έννοια και ως πικρή εμπειρία έπρεπε να παρουσιαστεί όχι μόνο ως αναγκαία λύση αλλά και ως ιερό καθήκον ενός λαού που αργοπέθαινε κατακτημένος. Η μνήμη των παιδιών –ειδικά στις τάξεις του Δημοτικού- δύσκολα συγκρατεί τα γεγονότα, δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τις ιδέες. Οι ιδέες που εκφράζονται μέσα από την ιστορική δράση συνοδεύουν τα γεγονότα σημαδεύοντας τα ανεξίτηλα. Έτσι, ο Αγώνας των Αμερικανών αποίκων το 1775 ονομάστηκε και πόλεμος της Ανεξαρτησίας, η Γαλλική επανάσταση έγινε με αίτημα την κοινωνική Δικαιοσύνη και ο Αγώνας των υπόδουλων Ελλήνων έγινε για την Ελευθερία του Έθνους. Οι ιδέες είναι τα αληθινά λάβαρα των εκάστοτε Αγώνων. Αυτές μόνο έχουν τη δύναμη να μετατρέψουν το έγκλημα του πολέμου σε ιερό καθήκον και η πίστη σε αυτές, η επίγνωση τους, στοιχειοθετεί την έννοια του πατριωτισμού. Με αυτές τις σκέψεις και με την ελπίδα μιας θετικής συνεισφοράς στη μνήμη των παιδιών για αυτό το μέγιστο ιστορικό γεγονός συνέγραψα το ακόλουθο κείμενο.

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΓΩΝΑ

Οι Έλληνες αγαπάμε την ειρήνη. Αγαπάμε τον ήλιο και τη θάλασσα της πατρίδας μας. Αγαπάμε τη μουσική και το χορό, το θέατρο και την τέχνη. Αγαπάμε τους φίλους μας, την οικογένειά μας, το λαό μας. Αγαπάμε το Θεό μας.

Οι Έλληνες δεν αγαπάμε τον πόλεμο. Όσες φορές πολεμήσαμε, αναγκαστήκαμε να δεχτούμε τον πόλεμο ως την τελευταία λύση. Τις πιο πολλές φορές αμυνθήκαμε και σπάνια επιτεθήκαμε. Ξέρουμε καλά από τη φιλοσοφία μας πως μόνο στην ειρήνη ο άνθρωπος είναι ευτυχισμένος και προκόβει.  Όμως , η χώρα μας είναι μια από τις ομορφότερες του κόσμου κι ο πολιτισμός μας καλλιέργησε εδώ αρετές μοναδικές σε όλη την οικουμένη. Εδώ γεννήθηκε η δημοκρατία, η φιλοσοφία, η ρητορική. Όταν λοιπόν ένας λαός είναι ευτυχισμένος στον τόπο του, τότε άλλοι λαοί μπορεί να ζηλέψουν την ευτυχία του, την ευδαιμονία του, όπως την αποκαλούσαν οι σοφοί πρόγονοί μας. Τότε, αυτοί οι λαοί γίνονται εχθροί και επιτίθενται είτε για να κατακτήσουν κι έτσι να κάνουν δικό τους ό,τι τώρα είναι δικό μας, είτε για να καταστρέψουν ό,τι μας εξυψώνει και μας κάνει ξεχωριστούς κι ευτυχισμένους. Στην Ιστορία της πατρίδας μας το είδαμε να συμβαίνει πολλές φορές με τους Πέρσες, τους Ρωμαίους, τους Τούρκους. Κάποιους από αυτούς τους εχθρούς τους νικήσαμε, άλλους –όπως τους Ρωμαίους- τους κάναμε σιγά σιγά φίλους μας κι από άλλους κατακτηθήκαμε. Η κατάκτηση της πατρίδας μας από τους Οθωμανούς Τούρκους ήταν η πιο μακρά και η πιο επίπονη και οδήγησε το έθνος μας στα όρια της εξαφάνισης.

Για να καταλάβουμε, όμως, πώς ελευθερωθήκαμε πρέπει πρώτα να καταλάβουμε πώς κατακτηθήκαμε και κυρίως πώς ήταν η ζωή μας ως κατεκτημένοι, ως ραγιάδες, όπως μας αποκαλούσαν οι Τούρκοι. Ραγιάς σημαίνει σκλάβος. Και σκλάβος σημαίνει πως δεν είσαι ελεύθερος, δεν ανήκεις στον εαυτό σου, αλλά στον αφέντη σου. Ο σκλάβος δεν ζει τη ζωή που θέλει να ζήσει, ακολουθεί τις διαταγές του αφέντη του όσο σκληρές και παράλογες κι αν είναι. Η ζωή του σκλάβου, του ραγιά, είναι μια άθλια ζωή. Οι Έλληνες έζησαν τη ζωή αυτή για 400 χρόνια. Κάθε άλλος λαός θα είχε ξεχάσει την ταυτότητα του, θα είχε χάσει τη γλώσσα του, τη θρησκεία του, τα ήθη και τα έθιμα του. Θα είχε τουρκέψει και θα είχε δεχτεί με σκυμμένο το κεφάλι πως ήρθε το τέλος του. Όχι όμως οι Έλληνες.

Από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 έως την Επανάσταση το 1821 ο λαός μας έμαθε να ζει μυστικά. Συνεχίζαμε να μιλάμε τη γλώσσα μας, όπως την παραλάβαμε από τους αρχαίους πατέρες μας. Κρατήσαμε με ανίκητη δύναμη την πίστη μας στο Θεό και χρόνο με το χρόνο, γενιά με τη γενιά επιβιώναμε ελπίζοντας πως κάποια μέρα το σκοτάδι της σκλαβιάς θα τελείωνε. Ποια ήταν όμως η ζωή των υπόδουλων Ελλήνων;

Έναν Έλληνα χριστιανό υπήκοο, που γεννιόταν στην Οθωμανική αυτοκρατορία, τον περίμενε από την πρώτη στιγμή μια ζωή δύσκολη και στερημένη. Ο νόμος τον αναγνώριζε ως κατώτερο κι έτσι κάθε φορά που κάποιος τον αδικούσε σπάνια προστατευόταν ή έβρισκε το δίκιο του. Κάθε χρόνο οι οικογένειες των Ελλήνων πλήρωναν πολλούς και δυσβάσταχτους φόρους. Όλη η γη ανήκε στο Σουλτάνο κι έτσι τίποτα δεν τους έδινε χαρά, αφού τίποτα δεν τους ανήκε πραγματικά. Για τους Έλληνες δεν υπήρχε καμιά ασφάλεια και κανένα δικαίωμα και οι κατακτητές τους μπορούσαν να τους εκμεταλλευτούν ή να τους κακομεταχειριστούν όπως ήθελαν.

Ακόμα και αν οι ταλαιπωρημένοι ραγιάδες κατάφερναν να συγκεντρώσουν τους φόρους για να εξασφαλίσουν  την επιβίωσή τους, παραφύλαγαν κι άλλοι κίνδυνοι. Περιοχές που βρίσκονταν δίπλα στη θάλασσα- όπως η πόλη μας, τα Μέγαρα- λεηλατούνταν ανελέητα από τους πειρατές. Και η αδικία δεν είχε τελειωμό.

Η πιο σκληρή θυσία από όλες, η πιο απάνθρωπη ήταν το παιδομάζωμα. Οθωμανοί αξιωματούχοι περνούσαν από τα χωριά και τις πόλεις και μάζευαν τα όμορφα και εύρωστα αρσενικά παιδιά των Ελλήνων από 14 ως 18 χρόνων. Τα χαρισματικά αυτά παιδιά κατέληγαν Γενίτσαροι του Σουλτάνου, αφοσιωμένοι σε εκείνον μετά από σκληρό εξισλαμισμό. Αυτός ήταν ο φόρος που πλήρωναν οι Έλληνες σε αίμα.

Η ζωή του Έλληνα σκλάβου ήταν μια ζωή βουβή κι απόλυτα περιορισμένη. Απαγορευόταν αυστηρά να δηλώσουμε δημόσια τη λύπη ή τη χαρά μας. Στις μεγάλες γιορτές, όπως τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, οι καμπάνες έπρεπε να είναι σιωπηλές. Ηχούσαν μόνο σε περίπτωση μεγάλου κινδύνου. Για να γίνουν γάμοι, γιορτές και συγκεντρώσεις έπρεπε πρώτα να πάρουν την άδεια του Τούρκου πασά. Την άδεια του πασά τη χρειάζονταν και για να μετακινηθούν έστω και προσωρινά σε άλλον τόπο. Οι περισσότεροι Έλληνες γεννιούνταν και πέθαιναν στο χωριό τους χωρίς ποτέ να έχουν αντικρίσει τον κόσμο έξω από αυτό.

Μοναδική διέξοδος από τη σκλαβιά ήταν η θάλασσα. Το θαλασσινό τους αίμα οδηγούσε αλάνθαστα τους Έλληνες εκεί που υπήρχε ελευθερία, πολιτισμός και ευημερία. Τα ελληνικά εμπορικά πλοία γύριζαν πίσω φορτωμένα όχι μόνο με πλούσια εμπορεύματα και πολύτιμα αγαθά από μακρινούς τόπους, αλλά και γεμάτα με ιδέες μεγάλες και ικανές να ξυπνήσουν έναν λαό από το βαθύ ύπνο της σκλαβιάς.

Για πολλά χρόνια οι Οθωμανοί προσπάθησαν με πείσμα να ξεριζώσουν όλα εκείνα τα στοιχεία που κάνουν ένα λαό να ξεχωρίζει, δηλαδή τη γλώσσα, τη θρησκεία, τον πολιτισμό. Με δράσεις όπως το κρυφό σχολειό η γλώσσα μας δεν έπαψε ποτέ να μιλιέται και με τις παραδόσεις και τη λαογραφία μας κρατήσαμε ζωντανή την αρχαία ρίζα του λαού μας.

Όσοι ταξίδευαν στη Δύση, στη φωτισμένη Ευρώπη, μάθαιναν πως οι λαοί έχουν το φυσικό δικαίωμα να ζουν ελεύθεροι και πως είναι μεγάλο άδικο να ζεις σκλαβωμένος. Οι Έλληνες που σπούδασαν τις ιδέες αυτές ζώντας στην Ευρώπη έγιναν επιστήμονες και λόγιοι και έβαλαν σκοπό τους να διώξουν το σκοτάδι της αμάθειας και να θυμίσουν στο λαό τους ποιος είναι αληθινά. Αυτοί ήταν οι Μεγάλοι Δάσκαλοι του Γένους ο Κοραής, ο Ρήγας Φεραίος, ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός και άλλοι άξιοι πατριώτες. Ο Ρήγας διδάσκει τους σκλαβωμένους αδερφούς του πως ‘όποιος σκέφτεται ελεύθερα, σκέφτεται καλά’ και ξεσηκώνει τον άνεμο της λευτεριάς. Έτσι, οι Έλληνες με την παιδεία και με τα γράμματα κάνουν την πρώτη τους επανάσταση στο πνεύμα.

Όλο και περισσότεροι ένιωθαν πως η ώρα είχε φτάσει  και η λέξη ‘Επανάσταση’ άρχισε να ψιθυρίζεται όπου υπήρχαν Έλληνες. Πολλοί έγιναν μέλη της ‘Φιλικής Εταιρείας’, μιας μυστικής οργάνωσης που από το 1814 προετοίμαζε τον ένοπλο αγώνα. Η Άγια μέρα ξημέρωσε στις 25 Μαρτίου 1821 ανήμερα της μεγάλης γιορτής του Ευαγγελισμού. Τότε οι Έλληνες ορκίστηκαν ότι έπρεπε να ελευθερωθούν ή να πεθάνουν. Πολλές ένδοξες μάχες ακολούθησαν στην Τρίπολη, στην Αθήνα, στην Πάτρα, στην Αλαμάνα, στο Μανιάκι, στα Σάλωνα. Εκεί μέσα στις φλόγες της μάχης ξεχώρισαν για τον πατριωτισμό και την αυτοθυσία τους ήρωες όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης, ο Διάκος, ο Νικηταράς, ο Υψηλάντης, ο Μακρυγιάννης και στις μάχες της θάλασσας ο Κανάρης, ο Μιαούλης, η Μπουμπουλίνα. Τα κατορθώματά τους και η πίστη τους στο δίκαιο αγώνα τους έγιναν γνωστά σε όλο τον κόσμο προκαλώντας ένα κύμα συμπαράστασης προς τους αγωνιζόμενους Έλληνες.

Νέοι, γέροι, ακόμα και μικρά παιδιά πολέμησαν γενναία για να κερδίσουν τη μόνη ζωή που αξίζει να ζούμε, την ελεύθερη ζωή. Κι εδώ στα Μέγαρα δώσαμε τον ωραίο Αγώνα της Λευτεριάς. Οι Τούρκοι πολιόρκησαν τους Μεγαρίτες που είχαν καταφύγει μαζί με τα γυναικόπαιδα πίσω από το τείχος της Αγίας Τριάδας. Μάλιστα, υπήρχε ένα μυστικό πέρασμα, ένα ρηχό μονοπάτι, που συνέδεε την Αγία Τριάδα με τη Σαλαμίνα και ήταν γνωστό μόνο στους Μεγαρίτες αν χρειάζονταν να φυγαδέψουν τα παιδιά τους. Ακόμα, πολλοί Μεγαρίτες πολέμησαν στην πολιορκία της Ακροκορίνθου και παντού σημείωσαν νίκες.

Χρειάστηκαν αμέτρητες θυσίες σε ανθρώπινες ζωές για 9 ολόκληρα χρόνια, ώσπου να αναγνωριστεί ο Αγώνας των Ελλήνων για ανεξαρτησία. Το δέντρο της Ελευθερίας δεν μπορεί να μεγαλώσει κάτω από τη σκιά της σκλαβιάς και της αδικίας. Μόνο κάτω από τον ήλιο της Δικαιοσύνης , αν το φροντίζουμε με πατριωτισμό και αν κρατάμε ζωντανή τη φλόγα της Ιστορίας μας το δέντρο της Λευτεριάς θα φτάνει όλο και ψηλότερα και θα χαρίζει τους καρπούς της ευτυχίας σε κάθε λαό που ζητά τη λύτρωση.

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Να ανοίξει ξανά ο Δήμος το Λαϊκό Πανεπιστήμιο

Πολλές οι γνωριμίες, σπάνιες οι φιλίες

Τρεις μεταρρυθμίσεις που πρέπει να κάνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης